Παιδιά με το συγνώμη αλλά τον παρακαλάω να γράψει τίποτα τις τελευταίες μέρες, σχεδόν μήνας πάει δηλαδή, και αρνείται πεισματικά. Βασικά για την περίπτωση που ανησυχείτε αν έπαθε τίποτα, καθώς μένει και σε επικίνδυνη πόλη, μια χαρά είναι, απλά γυρνάει κουρασμένος από τη δουλειά όπου από την πολλή κοινωνικότητα είναι σαν να βγήκε κιόλας και έτσι απομονώνεται και βλέπει ταινίες. Πέρσι σερβιτόρος, φέτος μπάτσος της τέχνης και υπηρέτης της αστικής τάξης.
Με το γουόκι τόκι του, τα κλειδιά του και το κατάστιχό του, φοράει το άγριο βλέμμα του, ένα μόνιμο χαμόγελο τρελού και περπατάει πάνω κάτω σε αίθουσες γεμάτες με το παρελθόν των πλουσίων. Όλο διαμάντια, ασήμια, πίνακες, μεγαλοπρεπή έπιπλα και προτομές, πράματα που ποτέ δεν θα μπαιναν στο σπίτι του ή πάνω του αν ζούσε κι εκείνος τότε. Αν είχε σπίτι τέτοιος αχαΐρευτος.
Αν θέλεις να μάθεις πού είναι η τουαλέτα, η έξοδος, οι σκάλες ή και ποιος κρατούσε ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ναγοράσεις, περίμενε να τον δεις να ξεπετάγεται από καμιά γωνία κουνιστός και λυγιστός μες στα μαύρα και θα πάρεις όλες τις απαντήσεις, σε κακά αγγλικά αλλά, πάντοτε ευγενικά. Τόσο ευγενικά που έχει αρχίσει να ανησυχεί με την πάρτη του. Επίσης τόσο ευγενικά, που του παίρνουν τη σειρά στο τρένο όταν τελειώνει τη δουλειά και θέλει να τους χιμήξει να μάθουν πόσο εύκολο είναι να είναι καλοί με τους άλλους ανθρώπους μερικές ώρες την ημέρα.
Μες στο μουσείο, έχει πολύ ελεύθερο χρόνο, και μαζί πολλά ερεθίσματα. Άνθρωποι παντού, μεγάλες - κουραστικά μεγάλες - ατέλειωτες συλλογές και εκθέματα, οι άνθρωποι δεν θέλουν όλοι να ρωτήσουν κάτι όπως εσύ ή δεν θέλουν να φανούν τόσο άχρηστοι ώστε να μην μπορούν να βρουν στο χάρτη την τουαλέτα, τα εκθέματα επίσης δεν θέλουν να ρωτήσουν κάτι, οπότε εκείνος μένει με πολύ ελεύθερο χρόνο αλλά σε ένα περιβάλλον με ζωντανά και νεκρά ερεθίσματα. Μάλλον με ερεθίσματα ζωντανών και νεκρών γιατί τώρα το μυαλό μου μου λέει ότι δεν υπάρχουν νεκρά ερεθίσματα, γιατί τότε τα λένε αναμνήσεις. Βέβαια και το μουσείο είναι γεμάτο αναμνήσεις αλλά όχι δικές του.
Ο ελεύθερος μα όχι νεκρός χρόνος κάνει το μυαλό του να δουλεύει, έγινε πάλι δημιουργικό, φτιάχνει ιδέες πάνω σε υπάρχοντα ερεθίσματα, τις αναπτύσσει ή τις ξεχνάει, νιώθει περίεργα γεμάτος. Κάνει σχέδια να μεταφέρει τις ιδέες στην πραγματικότητα, αλλά προς το παρόν είναι χαρούμενος που μπορεί πάλι να δημιουργεί ασταμάτητα ιδέες. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το χε με την πραγματοποίηση, αλλά η φαντασία του μέχρι πριν από μερικά χρόνια οπότε και της επιτέθηκε προσπαθώντας να τη χρησιμοποιήσει στη δουλειά του ήταν πάντοτε δημιουργική. Αυτό με τη χρήση της φαντασίας στη δουλειά όμως, της έκανε ζημιά της φαντασίας και είχε γίνει απόμακρη και σιωπηλή. Και τώρα πάλι ξαναμιλά. Κι ας μείνουν τα σχέδια στο χαρτί, εκείνος χαίρεται τη στιγμή μέχρι αυτή να χαθεί κι εκείνος να μείνει να την αναπολεί. Όπως πάντα δηλαδή.
Ξεκίνησε να κρατάει σημειώσεις από διάφορα περίεργα και αστεία πράγματα που συμβαίνουν μες στη μέρα του στο μουσείο, αλλά όταν δοκίμασε να τα μεταφέρει στο χαρτί δεν ήταν πια αστεία ή εκείνος βαριόταν με τη διαδικασία. Έτσι σταμάτησε να κρατάει σημειώσεις. Εκτός από χτες που πήγε στην πρεσβεία και μετά από λίγα δευτερόλεπτα είχε αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να καταγράψει το ελληνικό κάλλος, το αρχαίο και αθάνατο, που παρουσιάστηκε μπροστά του. Αλλά ποιος ο λόγος να εκθέτει τη χώρα του σε ανθρώπους που την έχουν ήδη εκτεθειμένη; Είπε τις ιστορίες σε δυο τρεις ξένους με την ελπίδα να τις μεταφέρουν στις επόμενες γενιές των ευρωπαίων για να είναι προετοιμασμένοι όταν χρειαστεί να έρθουν σε επαφή με το ελληνικό δημόσιο ή ελληνικό πολιτισμό που το λένε στα βιβλία του δημοτικού και να μην αρχίσουν το χαρακίρι στο πρώτο δίωρο. Γιατί όσο ναναι και οι υπάλληλοι άνθρωποι είναι και με το αίμα θα σοκαριστούν και δεν θα μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Πάντως εκείνος αποφάσισε ότι πρέπει απαραίτητα να αποκτήσει και κάποια ακόμη εθνικότητα γιατί αν στην περίπτωση ανάγκης χρειαστεί να καταφύγει σε κάποια πρεσβεία, στην ελληνική είναι σίγουρο ότι ο/η ρεσεψιονίστ θα τρώει το καλατσό του και δεν θα του ανοίξει κανείς την πόρτα και ο/η γραμματέας θα έχει πολλή δουλειά για να απαντήσει το τηλέφωνο. Όλα αυτά ήθελε να τα πει στα μούτρα τους, έντονα και δυνατά, με διάφορους μαύρους έλληνες παρέα που έτυχε να είναι εκεί και για κάποιο λόγο τους απευθύνονταν πάντα στον ενικό άσχετα από την ηλικία τους, αλλά έχει διαβάσει κάφκα, και ενθυμούμενος τον κύριο κάπα κατάπιε τα πάντα με δυο ποτήρια δροσερό νερό από τον ψύκτη, μιας κι έχει μόνο ενάμιση μήνα καιρό να φέρει σε πέρας τις δουλειές του και όχι όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Είναι σχεδόν όλη μέρα χαρούμενος, το παρατηρούν οι συγκάτοικοί του, τους έχει πεθάνει στη γκρίνια όλο το χρόνο και τώρα χοροπηδά σαν ακρίδα το καλοκαίρι. “πώς μπορείς να είσαι έτσι όλο το χρόνο;” ρωτάνε αλλά είναι μικροί και δεν ξέρουν ακόμη από ζωή, τουλάχιστον από τη δική του.
Αυτό το διάστημα διαβάζει ένα βιβλίο με αποσπάσματα από ημερολόγια και αυτοβιογραφίες εργατών, υπηρετών και λοιπών από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι και τις αρχές του εικοστού. Μία από τις εργάτριες σε εργοστάσιο πυρομαχικών κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έγραψε την αυτοβιογραφία της σε τρίτο ενικό, “η μαίρη, άμαθη καθώς ήταν από σκληρή δουλειά, δυσκολευόταν να ξυπνήσει το πρωί”. Ίσως γιαυτό του έκατσε τώρα και το ποστ που έκατσε και τογραψε δυο φορές αλλά τάφησε μισό και δεν τοστειλε, με άφησε εμένα να το στείλω. Και φαίνεται να λειτουργεί, τα λέει πιο εύκολα και απότι φαίνεται αυτό το ποστ θα με βάλει τελικά να το στείλω.
Ξαναθυμήθηκε την αγάπη του για τη φωτογραφία. Που γεννήθηκε όταν έβλεπε εικόνες γύρω του ενδιαφέρουσες που μπορούσαν να σχολιάσουν κάτι. Ποτέ δεν έμαθε να τραβάει καλές φωτογραφίες, ποτέ δεν έμαθε να είναι συστηματικός, να τραβάει το ένα φιλμ μετά το άλλο, πάντοτε έλπιζε ότι κάποια στιγμή θα έπιανε τη μηχανή και θα ξεκίναγε μια μεγάλη πορεία στον κόσμο της πραγματικότητας και της ψευτιάς που προσφέρει το κάδρο. Όταν διαδόθηκαν λίγο περισσότερο οι ψηφιακές μηχανές, αγόρασε με τα χίλια ζόρια μία, για να ξεπεράσει το εμπόδιο της βαρεμάρας του να μάθει πώς να εμφανίζει φωτογραφίες. Τελικά η μηχανή με διάφορες δικαιολογίες μένει άπραγη. Τώρα σκέφτεται ότι θέλει μια καλύτερη μηχανή με καλύτερη ανάλυση και επιλογές ώστε να τραβάει καλύτερες φωτογραφίες. Παρόλο που πάντοτε το μεγαλύτερο του πρόβλημα ήταν και είναι το θάρρος να κρατάει και να χρησιμοποιεί μια μηχανή μέσα σε έναν κόσμο που η καταγραφή της εικόνας είναι ένα μέσο κρατικής καταστολής. Τις τελευταίες μέρες που βγαίνει κάθε πρωί από το σπίτι και βλέπει τον κόσμο γύρω του, και όπως σας είπα το μυαλό του δουλεύει, σκέφτηκε μια ενότητα φωτογραφιών. Θα τη λένε “αιχμές”. Αν τελικά την ξεκινήσει θα καταλάβετε πολύ εύκολα γιατί τη βάφτισε έτσι. Επίσης θυμήθηκε και μια άλλη ενότητα που θα έφτιαχνε χρόνια πριν και που σήμερα στο τρένο μετά τις αιχμές σκέφτηκε το όνομα της αν και ακόμη όχι τόσο πετυχημένο. “Ορίζοντας”. Είναι ούτως ή άλλως ωραίο ότι άρχισε πάλι ν α βλέπει εικόνες γύρω του, το αν θα τις κάνει ποτέ πράξη είναι ένα άλλο θέμα.
Α ναι. Στο μουσείο γνώρισε πολλά παιδάκια. Όλως περιέργως είχε συνεχώς την εντύπωση ότι εκτός από τα παπούδια όλοι οι υπόλοιποι ήταν μικρά κι άμαθα. Έτσι τους έβλεπε. Κι ένας ένας λένε και την ηλικία τους. Και είναι ιδίας ή και μεγαλυτέρας. Και μοιάζουν μόλον τούτο μικρότερης. Και φυσικά αποφάσισε να το δικαιολογήσει. Οι συνθήκες, χαμηλός φωτισμός - ελεγχόμενη θερμοκρασία, που εφαρμόζονται για να διατηρούν τα εκθέματα αναλλοίωτα στους αιώνες, τελικά επηρεάζουν και τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί, δεν γηράσκουν όπως ο υπόλοιπος κόσμος έξω από το μουσείο, ο χρόνος κυλά πιο αργά. Και όπως μας έμαθε ο αϊνστάιν, αν για κάποιο λόγο ο χρόνος κυλά πιο αργά από των υπολοίπων, εμείς ζούμε σύμφωνα με τον αργό χρόνο και οι υπόλοιποι τρώνε τη σκόνη μας, για την ακρίβεια εμείς τρώμε τη σκόνη τους στο τέλος. Ο αϊνστάιν μπορεί να μην είπε τίποτα τέτοιο αλλά δεν πειράζει αφού ο ήρωάς μας πιστεύει ότι αυτό συμφωνεί με ό,τι είπε ο αφάνας. Έχει και αποδείξεις. Άρχισε να φοράει ρολόι μετά από πολλά χρόνια, και εκείνο συστηματικά έχανε χρόνο κάθε μέρα. Το πρωί όλα τα ρολόγια στο σπίτι έλεγαν την ίδια ώρα, εφτά και μισή, αλλά την ώρα που έκλεινε το μουσείο το ρολόι χειρός του έλεγε πέντε και μισή αντί για για πέντε και τριανταπέντε. Είναι μόνο πέντε λεπτά, αλλά αν σκεφτείτε τα πεντάλεπτα ενός χρόνου, κάτι μαζεύεται, ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι τρεις μήνες τελικά στα 80. Αλλά παρόλο που θεώρησε ότι είχε ένα ρολόι που του κέρδιζε χρόνο αποφάσισε να πάει να το αλλάξει με ένα που έδειχνε την ώρα στην οποία ζούσαν και οι υπόλοιποι, με την ελπίδα ότι δεν αποποιήθηκε το μαγικότερο ρολόι της ζωής του.
1 σχόλιο:
Πολύ ωραίο ποστ. Και μου άρεσε αυτό με το ρολόι. Ίσως γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις εμμονές μου με το χρόνο τις οποίες προσπαθώ μάταια να καταπολεμήσω... :))
Το ποστ εξέπεμπε αναίτια χαρά, κι αυτό είναι πάντα καλό :)))
Δημοσίευση σχολίου