Βρήκα μονάχα το λόγο αυτό για να ξαναγράψω κάτι. Χιονίζει.
Με ένα διαολεμενο κρύο εδώ και ένα μήνα, επιτέλους απόψε χιονίζει, κι ονειρεύομαι βόλτες σε πάρκα και φωτογραφίες, και συναντήσεις με φίλους που ξέγιναν από φίλοι αλλά τόσο εύκολα θα ξαναγίνουν.
Για άλλη μια φορά προσπαθώ να εξηγήσω γιατί στο διάβολο, χαίρομαι τόσο πολύ όταν χιονίζει.
Μην είν' το χρώμα το λευκό, μην είν' οι άσπροι κάμποι, μην είναι βόλτες ξέγνοιαστες, και το χειμερινό ταγιάζι;
Νομίζω το διαγωνισμό ακρότητας σε κύκλους ανθρώπων που πιστεύουν σε νορμάλ ψυχικές υποστάσεις, κερδίζει η προσωπική μου σουπα περί οργόνων. Ο σωστός ψυχοπαθής δεν παίρνει μια θεωρία ως έχει και την πιστεύει, αντιθέτως την μετατρέπει ώστε να ταιριάζει με τις σκέψεις του. Έτσι λοιπόν, το χιόνι μεταφέρει θετικές οργόνες στην επιφάνεια της γης, προκαλώντας μου εμένα αυτή την περίεργη χαρά. Βέβαια αν προσπαθήσω να πείσω και έναν ισλανδό για αυτή μου την παρατήρηση, πολύ σωστά θα μου πει ότι ο ήλιος έχει αυτή την επίδραση και ότι οι δικές του οργόνες, οι ισλανδικές, πάνε στην επιφάνεια όταν έχει καλό καιρό. Θα χαρούμε και οι δύο που ξέρουμε τις οργόνες μας και θα ζήσουμε χάπιλι έβερ άφτερ, εκείνος στην αγγλία κι εγώ στην ισλανδία.
Τέλοσπάντων καλή η ψυχοπάθεια αλλά δεν μπορεί να είναι και η μόνη μου φίλη.
Το λευκό χρώμα και το γεγονός ότι αντανακλά το φως, δημιουργώντας ετσι μια πιο φωτεινή μέρα, και μια λυκοφώτεινη νύχτα, είναι επίσης στοιχεία που ίσως να φταίνε για αυτή τη χιονομανία μου. Βέβαια αν με πετάξεις σε καμιά σαχάρα για κάνα τρίωρο, ίσως να μετανιώσω που μίλησα έτσι για το φως.
Η άλλη εξήγηση είναι οι αναμνήσεις. Αυτή μάλλον ικανοποιεί και τον κολλητό από την ισλανδία (έχουμε ανταλλάξει όρκους, αλλα είμαι ακόμη λίγο επιφυλακτικός ως προς τη συναντηση με τους γονείς του). Οι χιονισμενες μέρες της ζωής μου. Αν το καλοσκεφτώ αυτό είναι ισχυρό χαρτί. Γενικά τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έζησα σε ψιλοβουπού, οπότε όποτε χιόνιζε στην αττική, εγώ δεν είχα σχολείο, δεν είχα σχολή και κάποιες φορές δεν είχα και δουλειά, γιατί παρόλο που αν ήθελα μπορούσα να πάω στη δουλειά, οι δρόμοι ήταν κλειστοί και λεωφορεία δεν περνούσαν (αλλά στο χιλιόμετρο ήταν η κηφισίας). Έτσι οι χιονισμένες μου μέρες ήταν μέρες γιορτής και σχόλης. Βόλτες, χιονάνθρωποι και πόλεμοι, ζεστές σοκολάτες, ρακόμελα, σεξ, γενικά είτε με παρέα είτε όχι, ωραία πράματα. Θυμάμαι μια παραμονή πρωτοχρονιάς, καμιά δεκαριά θα ήμουν, που χιόνιζε διαολεμένα όλη νύχτα, και το σπίτι ήταν γεμάτο με αγαπημένους ανθρώπους. Αυτή είναι μια εικόνα που θα αναπολούσα μετά, λόγω των άτυχων συνθηκών που επακολούθησαν στη ζωή μου. Στην εμπειρία μου από χιόνια, στην αττική θυμίζω, και όχι σε κάποιο ορεινο χωριό χωρίς ηλεκτρικό και με δυο μέτρα χιόνι έξω από την πόρτα σου, όλοι οι άνθρωποι γίνονταν ίσοι, όλοι έπαιζαν, όλοι έκαναν βόλτα, τα φύλα και οι ηλικίες και τα προσωπικά προβλήματα και οι καθημερινότητες είχαν πολύ μικρότερη σημασία από,τι την ημέρα που το χιόνι εξαφανιζόταν και όλοι και όλα επανέρχονταν στην κανονική τους λειτουργία.
Παρόλαυτά, δεν ξέρω αν είναι αρκετό το να δικαιολογήσω αυτή την αγάπη μου για το χιόνι με την εξιδανίκευση κάποιων παλιότερων αναμνήσεών μου. Και αυτό γιατί τεράστιο ρόλο παίζει και η στιγμή που χιονίζει, και οι αισθήσεις μου και οι σκέψεις εκείνη την ώρα, τώρα ή λίγες ωρες μετά, που ήδη ονειρεύομαι πώς θα είναι.
Να, μόλις τώρα πήγα και άνοιξα την πίσω πόρτα, και αντίκρυσα το θεϊκό θέαμα των πέντε εκατοστών καθαρών στο φωτεινό μας κήπο. Με τις παντοφλίτσες μου (που αγκαλιάζουν τις πατουσίτσες μου, χαϊδευτικό για τα σαραπέντε νούμερο κάτω άκρα μου) και χωρίς παλτό, σχεδόν χοροπηδώντας, άρχισα να πατάω αυτό το απίστευτο υλικό. Σε κάθε βήμα είχα τον ήχό του χιονιού κάτω από τα πόδια μου να πιέζεται, χρούτς χρούτς, και ταυτόχρονα αυτό το ξένο λευκό θέαμα, μαζί με έναν τελείο δικό του ήχο. Τα χιονισμένα τοπία εκπέμπουν έναν συγκεκριμένο ήχο που φυσικά δεν μπορώ να αποδώσω. Είναι σαν να τρέφονται μαζί πολλές από τις αισθήσεις μου, η ορασή μου, η ακοή μου, η όσφρησή μου, γιατί φυσικά τα χιονισμένα τοπία έχουν μια ιδαίτερη μυρωδιά. Ίσως τελικά αυτό να είναι μια εξήγηση, οι αισθήσεις μου προσλαμβάνουν στοιχεία που είναι άκρως συνδεδεμένα με τις χιονοπτώσεις, και που λόγω της σπανιότητάς των, με γεμίζουν με αυτή την ανυπομονησία, με κάνουν να κοιτάζω κάθε πέντε λεπτά να δω αν άλλαξε κάτι, παρόλο που άσπρο ήταν πριν άσπρο και τώρα.
Πόσο πολύ πιέζομαι για να βρώ γιατί νιώθω καλά.
Χιονίζει.
Μερικές σημειώσεις:
Θα μάθω ποτέ να βρίσκω λέξεις για να εκφράζω το τι νιώθω;
Υπάρχει κανένας λόγος για να ξαναγυρίσω στην ελλάδα; Εννοώ καμιά ελπίδα να ζήσω κανονικά, χωρίς να αναλώνομαι σε ερωτήματα του τύπου, πώς στο διάολο θα πληρώσω νοίκι και λογαριασμούς;
Υπάρχει περίπτωση ποτέ, όποτε, όλοι εκείνοι που εξαγριωμένοι βρέθηκαν στους δρόμους για τρεις μέρες τώρα πριν από πέντε δέκα είκοσι πενήντα χρόνια, να σταματήσουν να ξεχνάνε τους λόγους που τους εβγαλαν από την καθημερινότητά τους, και να την αλλάξουν τελικά αυτή τη γαμημένη την καθημερινότητά τους; Γιατί πραγματικά λυπάμαι, που για άλλη μια φορά βλέπω αριστερούς και αναρχικούς, είτε να μιλάνε για την επανάσταση (που ποτέ δεν έγινε) είτε μόνοι τους να κάνουν δράσεις που μαθαίνονται μόνο από τους παρευρισκόμενους και τους ενδιαφερόμενους, καθώς όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στα γεγονότα επέστρεψαν και πάλι ως συνήθως στα αυγά τους.
Ως πότε θα ανεχόμαστε τον κάθε μαλάκα να αποφασίζει ότι κάποιος λαός δεν του αρέσει, ότι κάποια χώρα πάει λάθος, ότι εκείνος είναι ο σωστός, κι ότι εκείνος θα επιβάλλει τη λύση του;
Μεταξύ του να σφάξω δυο τρεις ή να πεθάνω εγώ, η οργή μου μου λέει να σκοτώσω όσους περισσότερους μπορώ πριν να σκοτωθώ. Μήπως θα μπορούσε κάποιος να με βοηθήσει να μη θέλω να σφάξω όλους αυτούς τους κρετίνους;
Θα συνεχίσω να λέω το ποίημα μου, όχι γιατί το πιστεύω αλλά γιατί το ονειρεύομαι. "Κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει στο σάπιο βασίλειο του πράματος που ονομάζεται ελλάδα". Τέλος του στίχου
Χιονίζει. Είμαι χαρούμενος. Όχι λωτοφάγος.
Καλή ανάσταση.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)