Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

2008

Και τέλος, προς επικαιρότηταν. Για όσους δεν σκέφτονται ότι δεν πρόκειται να καταλήξουν εκεί και το θεωρούν δεδομένο.

Κατηγορήστε τον σπέις για τη μεμοραμπίλια διάθεση, κι εγώ θα με κατηγορήσω για την άγνοια (συνεχίστε να αγνοείτε τη συνοδεία της μουσικής, ή όχι, δώσε βάση στα ίου ίου, εκσπερματώνει ουρλιάζοντας, πουτάνα).

18 νοέμβρη μπορεί και δεκαεννιά

Δεν θα πω τίποτα, Γιατί δεν μου αξίζει και δεν τολμάω. Απλά σε όσους έχουν το θάρρος να συνεχίζουν εύχομαι καλη λευτεριά, και καλή ανάσταση. Ιδέες και όνειρα, ιδεολογίες. (παρακαλώ αγνοήστε τη γκυντεμπορική διαδοχή εικόνων, ή μην την αγνοήσετε)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2008

το τέρας χωρίς όνομα

Δίνουμε ονόματα στα τέρατα για να τα εξημερώσουμε. Τους πιο σκοτεινούς μας εαυτούς, εκείνους που μπορούν απελευθερωμένοι από κοινωνικές συμβάσεις και από φόβο να μας μετατρέψουν στα πιο άγρια πλάσματα, χωρίς ηθική και συνείδηση, αυτούς τους εαυτούς ονομάζουμε τέρατα και τους κλειδώνουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε. Τους δίνουμε ονόματα γιατί έτσι μόνο μπορούμε να τα ελέγξουμε. Σε όλα τα πράγματα έχουμε μάθει να δίνουμε ονόματα. Είναι το στοιχείο που μας κρατάει συνδεδεμένους με την πραγματικότητα. Διαφορετικά θα χάναμε την επαφή μαζί της. Ό,τι μένει ανείπωτο κυλάει ρευστό, δεν εγκλωβίζεται από τη σκέψη μας, επαναλαμβάνεται, στέκεται για λίγο, μα πάλι στο τέλος αποδρά από τη συνειδητή μας καθημερινότητα. Μπορεί να μας ελέγχει ή να το ελέγχουμε, να μας εκπλήσσει, να μας τρομάζει, πάντοτε όμως άπιαστο.


Το τέρας μέσα μου ουρλιάζει. Μου προσφέρει τα πάντα για να το αφήσω ελεύθερο. Δεν ξέρω αν αντιστέκομαι από συνήθεια ή από φόβο. Ή αν τελικά υπάρχει κάτι που είναι έμφυτο και που νοιάζεται για το περιβάλλον μου. Που προστατεύει το περιβάλλον μου από εμένα.

Πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος να το αποκτήσουμε. Και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε ικανοί να ζήσουμε για πάντα μαζί του. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν μερικές αποφάσεις που δεν αναιρούνται, που δεν διορθώνονται. Οι δικαιολογίες μπορεί να είναι ευφυείς μα στην πράξη δεν είναι παρά μόνο αυτό, δικαιολογίες για να ταΐσουν τις τύψεις μας που στήσαμε τέτοιους εαυτούς, που πήραμε αυτές τις αποφάσεις, που κάναμε εκείνες τις επιλογές.

Σαν μαριονέτες, χαρούμενες και θλιμμένες χάρτινες μορφές, τα νήματα δεμένα σε άγνωστα δάχτυλα, χιλιάδες διαφορετικά δάχτυλα, σαν μαριονέτες χοροπηδάμε σκύβουμε γελάμε και κλαίμε, μα η παράσταση δεν είναι δική μας ακόμη κι αν είμαστε πρωταγωνιστές. Τα χειροκροτήματα δεν είναι για μας, η μουσική μόνο μια πρόφαση για να δικαιολογεί τις πράξεις μας, τα βλέμματα που καρφωμένα πάνω μας μας έκαναν να νιώσουμε το κέντρο του κόσμου, όσο ξεστομίζαμε πράγματα που δεν θέλαμε να πούμε, που δεν μας ρώτησε κανείς αν θέλουμε να πούμε, εκείνα τα βλέμματα στρέφονται και κοιτάζουν ψηλά μόλις πεθαίνουμε, στο τέλος της παράστασης. Κοιτάζουν το δημιουργό μας.


Όταν αποφασίζει κανείς ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τον ίδιο, ή από τους ανθρώπους γύρω του, όταν σκοτώνει θεούς και δυνάμεις και κάθε έννοια μεταφυσικής,όταν αποφασίζει πως τα νήματα είναι απλά κατασκευάσματα κάποιου στοργικού παππού σε ένα ακόμη παιδικό παραμύθι, φτάνει σε αυτό το ιδιαίτερο σταυροδρόμι της λεγόμενης αυτογνωσίας, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στάση στην πορεία προς το θάνατο. Μπροστά έχει δυο βασικές επιλογές, και άπειρες φυσικά ενδιάμεσες οδούς. Η μία ποτισμένη με δηλητήριο οδηγεί στο τίποτα, σε αυτό που οι ινδοί ονόμασαν μηδέν, στη μη ελπίδα, στο μη μέλλον, σε ένα παρόν άσκοπο και ανούσιο, όπου όλα είναι εφικτά και όλα επιτρέπονται, και τίποτα δεν επηρεάζει τα μελλούμενα, γιατί τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά, μόνο η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Η άλλη στρωμένη με αγκάθια περιλαμβάνει μια αγκιστρωμένη πολύ βαθιά φαντασίωση. Προδιαγράφει ένα τέλειο μέλλον, μακρινό ανεπίτευκτο ουτοπικό. Δίνουμε στην τελειότητα μια μελλοντική κατοικία όπου κάποιοι μακρινοί μας απόγονοι θα μπορούν να μείνουν και να γευτούν τα καλά της κουζίνας της. Και φτιάχνοντας αυτό το μακρινό όνειρο, προσπαθούμε να ζούμε κατευθυνόμενοι προς αυτό, κατασκευάζοντας μια προσωπική ηθική που ελέγχει τις αποφάσεις μας ενάντια στα ένστικτά μας. Εκεί ζεις με τη φαντασίωση ότι για κάποιο λόγο τα τέρατα θα σιωπήσουν για λίγο και θα σε αφήσουν να μιλήσεις, να σκεφτείς και να κινηθείς ανάλογα.

Το πιο εύκολο πάντως είναι να μην κάνουμε τίποτα. Να αφήνουμε τις καταστάσεις να αποφασίζουν για μας, να ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, να ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιβάλλει το περιβάλλον μας όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτούς αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζουμε μικρές δόσεις ευτυχίας αφημένες εδώ κι εκεί σε αυτό το παράλογο κυνήγι του θησαυρού, που όπως και όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι δεν μας οδηγεί πουθενά.

Μερικές φορές το τέρας μέσα μου φαντάζει η μόνη δυνατή πορεία προς μια νοητή ελευθερία. Η πείνα του, η απληστία του, η καταστροφική του μανία, θανατηφόρα για τους άλλους φαντάζει λυτρωτική για μένα. Αρκεί να το αφήσω ελεύθερο. Μα είναι αυτός ο φοβος ότι αν το αφήσω, μετά θα με ελέγχει, θα πάρει τον έλεγχο. Λες και τώρα ελέγχω εγώ τη ζωή μου. Λες και τωρα παίρνω τις αποφάσεις εγώ.