Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

2008

Και τέλος, προς επικαιρότηταν. Για όσους δεν σκέφτονται ότι δεν πρόκειται να καταλήξουν εκεί και το θεωρούν δεδομένο.

Κατηγορήστε τον σπέις για τη μεμοραμπίλια διάθεση, κι εγώ θα με κατηγορήσω για την άγνοια (συνεχίστε να αγνοείτε τη συνοδεία της μουσικής, ή όχι, δώσε βάση στα ίου ίου, εκσπερματώνει ουρλιάζοντας, πουτάνα).

18 νοέμβρη μπορεί και δεκαεννιά

Δεν θα πω τίποτα, Γιατί δεν μου αξίζει και δεν τολμάω. Απλά σε όσους έχουν το θάρρος να συνεχίζουν εύχομαι καλη λευτεριά, και καλή ανάσταση. Ιδέες και όνειρα, ιδεολογίες. (παρακαλώ αγνοήστε τη γκυντεμπορική διαδοχή εικόνων, ή μην την αγνοήσετε)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2008

το τέρας χωρίς όνομα

Δίνουμε ονόματα στα τέρατα για να τα εξημερώσουμε. Τους πιο σκοτεινούς μας εαυτούς, εκείνους που μπορούν απελευθερωμένοι από κοινωνικές συμβάσεις και από φόβο να μας μετατρέψουν στα πιο άγρια πλάσματα, χωρίς ηθική και συνείδηση, αυτούς τους εαυτούς ονομάζουμε τέρατα και τους κλειδώνουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε. Τους δίνουμε ονόματα γιατί έτσι μόνο μπορούμε να τα ελέγξουμε. Σε όλα τα πράγματα έχουμε μάθει να δίνουμε ονόματα. Είναι το στοιχείο που μας κρατάει συνδεδεμένους με την πραγματικότητα. Διαφορετικά θα χάναμε την επαφή μαζί της. Ό,τι μένει ανείπωτο κυλάει ρευστό, δεν εγκλωβίζεται από τη σκέψη μας, επαναλαμβάνεται, στέκεται για λίγο, μα πάλι στο τέλος αποδρά από τη συνειδητή μας καθημερινότητα. Μπορεί να μας ελέγχει ή να το ελέγχουμε, να μας εκπλήσσει, να μας τρομάζει, πάντοτε όμως άπιαστο.


Το τέρας μέσα μου ουρλιάζει. Μου προσφέρει τα πάντα για να το αφήσω ελεύθερο. Δεν ξέρω αν αντιστέκομαι από συνήθεια ή από φόβο. Ή αν τελικά υπάρχει κάτι που είναι έμφυτο και που νοιάζεται για το περιβάλλον μου. Που προστατεύει το περιβάλλον μου από εμένα.

Πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος να το αποκτήσουμε. Και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε ικανοί να ζήσουμε για πάντα μαζί του. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν μερικές αποφάσεις που δεν αναιρούνται, που δεν διορθώνονται. Οι δικαιολογίες μπορεί να είναι ευφυείς μα στην πράξη δεν είναι παρά μόνο αυτό, δικαιολογίες για να ταΐσουν τις τύψεις μας που στήσαμε τέτοιους εαυτούς, που πήραμε αυτές τις αποφάσεις, που κάναμε εκείνες τις επιλογές.

Σαν μαριονέτες, χαρούμενες και θλιμμένες χάρτινες μορφές, τα νήματα δεμένα σε άγνωστα δάχτυλα, χιλιάδες διαφορετικά δάχτυλα, σαν μαριονέτες χοροπηδάμε σκύβουμε γελάμε και κλαίμε, μα η παράσταση δεν είναι δική μας ακόμη κι αν είμαστε πρωταγωνιστές. Τα χειροκροτήματα δεν είναι για μας, η μουσική μόνο μια πρόφαση για να δικαιολογεί τις πράξεις μας, τα βλέμματα που καρφωμένα πάνω μας μας έκαναν να νιώσουμε το κέντρο του κόσμου, όσο ξεστομίζαμε πράγματα που δεν θέλαμε να πούμε, που δεν μας ρώτησε κανείς αν θέλουμε να πούμε, εκείνα τα βλέμματα στρέφονται και κοιτάζουν ψηλά μόλις πεθαίνουμε, στο τέλος της παράστασης. Κοιτάζουν το δημιουργό μας.


Όταν αποφασίζει κανείς ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τον ίδιο, ή από τους ανθρώπους γύρω του, όταν σκοτώνει θεούς και δυνάμεις και κάθε έννοια μεταφυσικής,όταν αποφασίζει πως τα νήματα είναι απλά κατασκευάσματα κάποιου στοργικού παππού σε ένα ακόμη παιδικό παραμύθι, φτάνει σε αυτό το ιδιαίτερο σταυροδρόμι της λεγόμενης αυτογνωσίας, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στάση στην πορεία προς το θάνατο. Μπροστά έχει δυο βασικές επιλογές, και άπειρες φυσικά ενδιάμεσες οδούς. Η μία ποτισμένη με δηλητήριο οδηγεί στο τίποτα, σε αυτό που οι ινδοί ονόμασαν μηδέν, στη μη ελπίδα, στο μη μέλλον, σε ένα παρόν άσκοπο και ανούσιο, όπου όλα είναι εφικτά και όλα επιτρέπονται, και τίποτα δεν επηρεάζει τα μελλούμενα, γιατί τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά, μόνο η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Η άλλη στρωμένη με αγκάθια περιλαμβάνει μια αγκιστρωμένη πολύ βαθιά φαντασίωση. Προδιαγράφει ένα τέλειο μέλλον, μακρινό ανεπίτευκτο ουτοπικό. Δίνουμε στην τελειότητα μια μελλοντική κατοικία όπου κάποιοι μακρινοί μας απόγονοι θα μπορούν να μείνουν και να γευτούν τα καλά της κουζίνας της. Και φτιάχνοντας αυτό το μακρινό όνειρο, προσπαθούμε να ζούμε κατευθυνόμενοι προς αυτό, κατασκευάζοντας μια προσωπική ηθική που ελέγχει τις αποφάσεις μας ενάντια στα ένστικτά μας. Εκεί ζεις με τη φαντασίωση ότι για κάποιο λόγο τα τέρατα θα σιωπήσουν για λίγο και θα σε αφήσουν να μιλήσεις, να σκεφτείς και να κινηθείς ανάλογα.

Το πιο εύκολο πάντως είναι να μην κάνουμε τίποτα. Να αφήνουμε τις καταστάσεις να αποφασίζουν για μας, να ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, να ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιβάλλει το περιβάλλον μας όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτούς αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζουμε μικρές δόσεις ευτυχίας αφημένες εδώ κι εκεί σε αυτό το παράλογο κυνήγι του θησαυρού, που όπως και όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι δεν μας οδηγεί πουθενά.

Μερικές φορές το τέρας μέσα μου φαντάζει η μόνη δυνατή πορεία προς μια νοητή ελευθερία. Η πείνα του, η απληστία του, η καταστροφική του μανία, θανατηφόρα για τους άλλους φαντάζει λυτρωτική για μένα. Αρκεί να το αφήσω ελεύθερο. Μα είναι αυτός ο φοβος ότι αν το αφήσω, μετά θα με ελέγχει, θα πάρει τον έλεγχο. Λες και τώρα ελέγχω εγώ τη ζωή μου. Λες και τωρα παίρνω τις αποφάσεις εγώ.





Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2008

Αχά

Μόλις έπεσα μπροστά σε αυτή την αγγελία ψάχνοντας για ένα γραφείο και μια καρέκλα

imaginary friend for sale
Date posted: Thursday 18th September
Location: South London

Recently my imaginary friends been getting a bit out of hand, he keeps causing me to shout obscenities in the street. Unfortunately I now need to get a job. Free to whom ever can collect him.
Very friendly, answers to the name Martin.
We've had some good times.

από το gumtree.com

Μπάμπελ μπέιμπι

Γνώμη ότι πάμε κατά διαόλου δεν αλλάζω, αλλά χτες πήρε το μάτι μου μια ανακοίνωση του ΑΠΕ


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ-Υπ. Πολιτισμού-Επιχορήγηση του Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ από το Υπουργείο Πολιτισμού.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 2008


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού κ. Μιχάλη Λιάπη, το Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ, επιχορηγείται με το ποσό των 350.000 ευρώ για τη φετινή του διοργάνωση.

Ο χρόνος και ο τόπος διεξαγωγής του επόμενου Φεστιβάλ θα ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες από την Οργανωτική του Επιτροπή.


Βέβαια όπως έλεγα και τις προάλλες και στο κέντρο κινηματογράφου έταζε λεφτά και δεν τά δινε, αλλά φαντάζομαι ότι η βαβέλ θα γίνει και φέτος, αν και χωρίς εμένα.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2008

πωλείται εγώ, τιμές λογικές

Τώρα που πήρα θάρρος, στέλνω ό,τι βρω γιατί μετά πάλι θα εξαφανιστώ. Αυτά γράφτηκαν δυο μέρες πριν φύγω από το λονδίνο, και πρόκειται για κακής ποιότητος ποιητικές προσπάθειες (καλής ποιότητος μπορείτε να βρείτε εδώ δεξιά σε κάποιους άλλους κυρίους και κυρίες, που το κατέχουν το άθλημα). Υπάρχουν και δύο αγγλόφωνα από την ίδια στιγμή της πίσω αυλής, που ανέβασα στο ντριμφλούξ. Πρώτα γράφτηκε το back-yard, μετά η ελληνική βερσιόν, μετά πάλι το αγγλικό και στη συνέχεια το δεύτερο ελληνικό.

Μεταξύ των δύο ζευγών έγραψα και τον εξής χαζούλη προβληματισμό:

Είναι τόσο εύκολο αφήνοντας τα νοήματα μισά τις λέξεις βαριές, να δημιουργούνται ενδιαφέροντα αποτελέσματα, που υποτίθεται μοιάζουν με ποιήματα. Είναι σπαστικό βασικά, ειδικά όταν συνέχεια προσπαθείς να γράφεις ενδιαφέροντα κείμενα και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχεις γράψει ένα ποίημα. Μπορεί να μην είναι ωραίο δεν ξέρω αλλά τώρα που το διαβάζω βρίσκω διάφορες χαζομάρες που θα μπορούσαν να κρύβονται πίσω του. Να μια εικόνα σχηματίστηκε. Κάθομαι στην πίσω αυλή, εκείνη νεκρή δίπλα μου, ένας φόνος, εγώ τρελός. Δεν καταλαβαίνω αν πρέπει να δεχτώ αυτή την ευκολία ή να αντισταθώ. Τελικά μετράει το αποτέλεσμα ή η διαδικασία; και τι θα σήμαινε αυτό για τους ποιητές; ήταν και αυτοί άνθρωποι που δεν μπορούσαν να γράψουν ολόκληρες προτάσεις, που να χωρούν σε ολόκληρες παραγράφους, από αυτές που βρίσκουμε σε πολυάριθμες σελίδες τυπωμένων ή χειρόγραφων βιβλίων;

τα δυο ελληνικά λοιπόν:


αποτσίγαρο

Απλά καπνίζοντας ένα τσιγάρο στην πίσω αυλή

ακίνητος, ο αέρας δυνατότερος του ψιλόβροχου

κοιτάζω το σκοτεινό δέντρο μπροστά μου

που αντιτίθεται στο μισοσκότεινο συννεφιασμένο ουρανό

η οποιαδήποτε φυσική ακινησία επιβεβαιώνει την αδιάλειπτη πνευματική λειτουργία

μια στιγμή ευτυχίας καταλαμβάνει το εγώ μου

το γιγάντιο εγώ μου, μου, εγώ, μου εγώ, μου

η γνώση της ευτυχίας μου θα διαλύσει τη στιγμή της

η γνώση της διαδικασίας λέγεται μονάχα ζωή

μια γεμιστή ντομάτα αισιοδοξίας

που θα φαγωθεί περήφανα και ματαιόδοξα

στέκω περήφανος καπνίζοντας ένα θανατηφόρο γαλακτομπούρεκο

ο δυνατός άνεμος ταρακουνάει την εσωτερική μου ακινησία

είμαι ολόκληρος, ζωντανός, γεμάτος, ελπίζω, ζω, σκέφτομαι, γελάω

και τώρα όχι


.....................


ένα μικρό κεφάλι χαχανίζει μπροστά μου

η χοντρή μαμά το μαλώνει

οι ήχοι πετάγονται σαν μικρές λέξεις

αποδείξεις της ύπαρξης

η απουσία νοήματος επιβεβαιώνει την ύπαρξη μου

φιλικά σας χαιρετώ κλείνοντας τα μάτια

όλα τα όμορφα πράγματα

μέσα και έξω από το μυαλό μου

τα χαρούμενα παιδιά και τα θλιμμένα βλέμματα

κλείνουν στοργικά τη μοναδική λέξη που απομένει απαραίτητη

για να επιτραπούν όλα τα παραπάνω

τρία γράμματα καθέτως σε ένα γρίφο για αρχάριους ποιητές



Στη Μόσχα, αδερφές μου*

Τώρα δεν θα πρεπε να εκφέρω κι εγώ μια γνώμη γιατί στην πραγματικότητα έχω μαύρα μεσάνυχτα από τα ελληνοπολιτικά, αλλά δεν μπορώ να το κρατήσω, αφού βγάζουν μάτι και αφού είμαι λιγότερο από μήνα εδώ κι έχω σαλτάρει.

Μόλις τώρα διάβαζα ότι μάλλον δεν θα γίνει το φεστιβάλ της Βαβέλ γιατί το υπουργείο δεν δίνει χρήματα. Λίγους μήνες πριν θυμάμαι μια ανακοίνωση του ελληνικού κέντρου κινηματογράφου ότι αναστέλει τη λειτουργία του διότι το υπουργείο του χρωστάει μερικά εκατομμύρια ευρώ, τα οποία συστηματικά υπόσχεται αλλά δεν δίνει, ενώ το εκκ την ίδια ώρα τα υπόσχεται σε κινηματογραφιστές. Οι φαρμακοποιοί αρνούνται να δώσουν φάρμακα μέσω ταμείων γιατί τα ταμεία δεν τους έχουν πληρώσει άπειρα λεφτά. Δεν θυμάμαι ποιος, βγήκε και είπε ότι καλά τώρα θα μας τα πληρώσουν τα λεφτά για τα φάρμακα αλλά τον επόμενο μήνα πάλι δεν θα μας τα πληρώνουν γιατί δεν θα τους έχουν μείνει λεφτά. Ένας υπουργός βγαίνει και λέει, θα πολεμήσουμε τη φοροδιαφυγή, καταργώντας το αφορολόγητο όριο για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες. Φυσικά το μέτρο δεν κάνει τίποτα στους φοροδιαφεύγοντες οι οποίοι απλά θα βγάζουν ένα χιλιάρικο λιγότερο, και κάνει στους νόμιμους κακοπληρωμένους κυρίους και κυρίες, που μαστιγώνονται παραδειγματικά στο σύνταγμα γιατί δεν βγάζουν αρκετά λεφτά και τολμούν να επιβιώνουν φτωχικά. Στα κάτεργα οι αλήτες. Φυσικά ένα τέτοιο μέτρο προερχεται από ένα μυαλό που παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια (civilisation και τέτοια) και ο οποίος με το πάτημα ενός κουμπιού αυξάνει π.χ. την αποτελεσματικότητα του στρατού αλλάζοντας το πολίτευμα σε διακτατορικό. Έτσι και ο υπουργός λέει πόσοι ελεύθεροι επαγγελματίες υπάρχουν? Ας πούμε εκατό χιλιάδες. Με ένα φόρο 10% επιπλέον σε όλους βγάζουμε στα καπάκια εκατό εκατομμύρια ευρώ. Τέλεια. τσουπ το κουμπάκι και τέλειωσε. Μετά βγαίνει και ο άλλος ηλίθιος και πετάει την ιδέα να δημεύσουν λέει τους ακίνητους λογαριασμούς γιατί άδικο είναι να τα παίρνουν οι τράπεζες αυτά τα λεφτά που μένουν στάσιμα και άμα είναι να αρπάξει κανείς λεφτά του πολίτη ας είμαστε εμείς που ειμαστε πιο ωραίοι. Εντωμεταξύ δεν ξέρω αν σας έχει τύχει ποτέ, αλλά αν η γιαγιά σας έχει ένα λογαριασμό στο όνομά της και μόνο στο δικό της και δεν τον συμπεριλάβει σε διαθήκη, δεμ πα να είσαι ο καραμανλής (που λέει ο λόγος φυσικά, εκείνοι δεν έχουν τέτοια προβλήματα), τα λεφτά που έχει μέσα δεν μπορείς να τα ακουμπήσεις. Η γιαγιά σας μπορεί να δούλευε σαν το σκυλί μέχρι τα εξήντα, να πλήρωνε όλους τους φόρους της και τις εισφορές της και να μάζευε λεφτά είτε για τα γηρατειά της είτε για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Και αντί να βγει παράνομη η πρακτική των τραπεζών που ζουν για να τρώνε λεφτά και να πλουτίζουν με εξωφρενικούς ρυθμούς σε σχέση με εμάς τους κοινούς θνητούς, η κυβέρνηση θέλει απλά να κάνει η ίδια την παρανομία για να βγάλει κάνα φράγκο παραπάνω. Α, και βγήκε και ο άλλος υπουργός που τον κατηγορούν γιατί έκανε ένα κλασικό φορολογικό κόλπο από αυτά που θα κανε κάθε καλός έλληνας επιχειρηματίας που σέβεται και τα λεφτά του και τα πτώματα πάνω στα οποία πατάει για να ανέβει, με το οποίο γλύτωσε πάρα πολλά λεφτά. Το οποίο φυσικά είναι γελοίο, αφού έτσι είναι ο καπιταλισμός, τα μικρά ψάρια νοικιάζουν το νερό και πληρώνουν το φαγητό με τα οποία ζούνε, και τα μεγάλα πίνουν το νερό και τρώνε και τα μικρά τσάμπα.

Τέλοσπάντων, το σχόλιο που θέλω να κάνω είναι ότι πέρα του ότι σοκαρίστηκα από το επίπεδο της ελληνικής πολιτικής που το είχα ξεχάσει τελείως στα ξένα, όλα τα παραπάνω και μερικά ακόμη είναι σαν να φωνάζουν πως η κυβέρνηση και το κράτος κατά συνέπεια δεν έχουν λεφτά και ψάχνουν να βρουν τρόπους για να μειώσουν όσο το δυνατόν τα έξοδά τους και φυσικά να τα μαζέψουν από όσους τους παίρνει.
Αναρωτιόμουν βέβαια αν είναι μόνο ευθύνη της κυβέρνησης ότι αδειάζουν τα ταμεία, εννοώ μπορεί τα τελευταία χρόνια να είχε το κράτος αυξήσει τις δαπάνες του εξωπραγματικά γιατί είχε έσοδα από την ευρώπη και λόγω επενδύσεων για τους ολυμπιακούς, και τώρα που και τα δύο είτε σταμάτησαν είτε τελειώνουν, η ελλάδα δεν μπορεί να συντηρήσει αυτό το μοντέλο ζωής και είναι η ώρα να ξαναγυρίσει στην πραγματικότητα του 70 και του 80.
Παρόλο που το παραπάνω θα μπορούσε να δικαιολογήσει λιγάκι τις μαλακίες που λένε και κάνουν αυτές τις λίγες μέρες που είμαι στη χώρα, δεν δικαιολογεί ότι είναι όλοι διεφθαρμένοι, τρώνε εκατομμύρια απόπου βρουν χωρίς καμιά τύψη και μετά μιλάνε για δύσκολη παγκόσμια οικονομική κατάσταση. Ούτε βέβαια ότι συστηματικά και από πεποίθηση, ξεπουλάνε οτιδήποτε ανήκει στο κράτος ωστε να πάρουν one off χρήματα, χάνοντας έτσι τη δυνατότητα να έχουν τα όποια έσοδα από αυτές τις τράπεζες, τις εταιρίες, τους δρόμους, αεροδρόμια και δεν ξέρω τι.
Και για να κλείνω και το ποστ πάνω σε πράγματα που δεν έχω ιδέα αλλά όπως όλοι έχω άποψη, μου φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία ετοιμάζεται να καταρρεύσει, οπότε καλού κακού αρχίστε να μαθαίνετε καμιά καινούργια γλώσσα για την περίπτωση που θα χρειαστεί να πάτε στη γερμανία, την αγγλία ή την αυστραλία μετανάστες. Α ναι παίζουν καλοί μισθοί και στην πολωνία τον τελευταίο καιρό, γιατί δεν υπάρχει αρκετό εργατικό δυναμικό ενώ αρχίζουν να παίζουν επενδύσεις και να αναπτύσσεται η χώρα τους. Για ιταλία ούτε συζήτηση, είναι σε παρόμοια κατάσταση με εμάς, ενώ θα απέφευγα και την Ισπανία.
**Ναι, για τη Μόσχα και τη ρωσία γενικότερα άκουσα ότι γενικά αναπτύσσεται πολύ γρήγορα τα τελευταία χρόνια, οπότε αν περιμένετε μια δεκαετία ακόμη, θα είναι μια καλή επιλογή κι αυτή

Καλό σεπτέμβρη είπα; δεν είπα. Καλό σεπτέμβρη λοιπόν.

τα βούτυρα του σεπτέμ

Το ασπρουλιάρικο δέρμα μου διαμαρτύρεται όταν το βγάζω λίγο παραπάνω στον ήλιο, όταν ξεχνάω να το βγάλω στον ήλιο και όταν το κοροϊδεύουν οι μαυροτσούκαλοι τουρίστες των νησιών. Εμείς ζούμε στο βόρειο εξωτερικό κύριοι, κι εκεί ο ήλιος δεν καίει, μόνο φωτίζει.

Δύο θερινά σινεμά προσέφεραν τις υπηρεσίες τους. Η επανάσταση της κυρίας Ράτκλιφ στο σινέ ψυρρή. Τρεις κνίτες στην είσοδο, δύο θηλυκοί, η μία ενισχυμένη, κι ένας σερνικός μας μοίρασαν φυλλάδια για το Φεστιβαλ με το μεγάλο Φ. Εμείς αρνηθήκαμε ευγενικά, χωρίς να τους πούμε γιατί, αυτοί επέμεναν, μετά ρίξαμε λίγη πικρίλα για να ισιώσουμε. Εγώ έπιασα να λέω πόσο καλοντυμένα ήταν τα κοριτσάκια και ότι εκμοντερνίστηκε η κνε και ακολουθεί τις μόδες και ότι δεν θα ήταν κακό να χαλάσουν κάνα δέντρο λιγότερο για να διαφημίσουν το φεστιβάλ τους τι στο διάολο κομουνιστές είναι αν δεν τους νοιάζει το περιβάλλον. Η κ. ήταν πιο άγρια ήθελε να πάει να τους πει ότι ήταν γραμματέας σε μια τοπική οργάνωση για ένα χρόνο όταν ήταν δεκαπέντε και τώρα το μόνο που θέλει είναι να τους κάψει και να τους δείρει. Μετά είδαμε και την ταινία και ελπίζαμε ότι την είχαν δει και τα παιδιά. Τίποτα το εξαιρετικό. Αγγλική κωμωδία για μια αγγλική (όχι δεν είναι αυτονόητο) οικογένεια το 70 που μετακομίζει στην ανατολική γερμανία για να διδάξει ο κομουνιστής πατέρας σε σχολείο εκεί. Τα αστειάκια είναι όλα για το κομουνιστικό καθεστώς εκεί, περί ελευθερίας λόγου και ιδεών, μυστικής αστυνομίας, μαύρης αγοράς και διαφόρων τέτοιων εύστοχων μεν αλλά πολύ καρικατουρέ δοσμένων κακώς κειμένων. Δεύτερη ταινία σε θερινό δημοτικό σινεμά σε ένα σχολείο στο χαλάνδρι, η There will be blood του Πολ Τόμας Άντερσον (που έχει σκηνοθετήσει και τη Μανόλια). Για αυτή την ταινία δεν θα πω παρά το ότι ήμασταν τέσσερα άτομα, εγώ τη λάτρεψα οι άλλοι τη σιχάθηκαν, και μετά που το συζήτησα και με άλλους, η κ. τη λάτρεψε κι ο ά. τη σιχάθηκε. Νομίζω πολύ ενδιαφέρουσα αντίδραση για ταινία οπότε την προτείνω ανεπιφύλακτα αν δεν την είδατε όταν βγήκε το χειμώνα.

Πολύ φαγητό, πάρα πολύ φαγητό, τις πρώτες μέρες ήμουν επιφυλακτικός, έλεγα έχει πολύ ζέστη ας το πάω σιγά σιγά, μόνο να τσιμπήσω τίποτα, αλλά τώρα ξεθάρρεψα και κατεβάζω δύο τεράστια γεύματα και μερικά βοηθητικά στα ενδιάμεσα για να μην ξεχάσει το στομάχι μου ποια είναι η δουλειά του. Και φυσικά πεινάω. Με πήγαν με χρονολογική σειρά στη ροζαλία, το δια ταύτα, τις γιάντες και το ούζου μέλαθρον. Εκτός από τη ροζαλία που είναι σταθερή αξία και φτηνή αξία επίσης, τα άλλα ήταν πρώτες μου φορές. Δια ταύτα, ακριβό τίποτα σπουδαίο. Γιάντες, προσωπικά μου βγήκε ότι ήταν πολύ ακριβό, μασκαρεμένο ως βιολογικά υλικά και μοντέρνοι συνδυασμοί, αλλά το αποτέλεσμα, η γεύση δηλαδή, δεν με κάλυψε. Το ούζου μέλαθρον υποτίθεται ότι υπάρχει και στη θεσσαλονίκη, έχει κουλά ονόματα στα φαγητά και πάρα πολλές σάλτσες, οι γεύσεις μου άρεσαν, επίσης αρκετά ακριβό αλλά πεθάναμε στο φαγητό, μπορούσαμε νάχαμε πάρει και δυο πιάτα λιγότερα δηλαδή. Όταν μιλάω για ακριβά φαγητά βέβαια σε όλα τα μαγαζιά, εννοώ μέχρι 25 ευρώ το κεφάλι, καθώς εγώ δεν ανέχομαι να ξοδεύω πάνω από δέκα δεκαπέντε χωρίς να μου προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Ακόμη δεν έχω δώσει πενηντάρικο και μπορεί και να μην το δώσω και να αφήσω άλλους ανθρώπους να τρέφουν τους καρχαρίες, που τους αρέσει να κολυμπάνε στα βαθιά.

Προχτές με πήγαν (εγώ δεν παίρνω αποφάσεις, κάνω διακοπές) και σε ένα καφεμπαράκι στη βαλτετσίου που λέγεται Playhouse, πολλοί το ξέρουν από τη θεσσαλονίκη. Ενδιαφέρουσα ιδέα, νομίζω απευθύνεται κυρίως σε φοιτητές και μικρότερες ηλικίες, αλλά μια χαρά περάσαμε κι εμείς τα γερόντια. Έχουν το λοιπό, καμιά 250ριά επιτραπέζια παιχνίδια, που κανένα δεν είναι μονόπολη, ή ταμπου, ή ρισκ κ.λπ., νομίζω κυρίως γερμανικά, οπότε δεν μπορείς να παίξεις παιχνίδια γνώσεων. Αν θέλεις να παίξεις, έρχεται ένας νεαρούλης (και οι τρεις συμπαθέστατοι) που ειδικεύεται στα παιχνίδια, του λές τι περίπου θες να παίξεις (λίγη στρατηγική που να ακονίζει το ανταγωνιστικό χιούμορ με ταχύτητα) και εκείνος σου προτείνει δυο τρία παιχνίδια, σου φέρνει ένα συνήθως, στο στήνει και σου εξηγεί τους κανόνες. Υποτίθεται ότι τα παιδιά ξέρουν ο καθένας τους κανόνες από περίπου εκατό παιχνίδια και σιγά σιγά μαθαίνουν και τα υπόλοιπα. Πλάκα είχε γιατί όποτε παίζω επιτραπέζια όλοι μεταμορφώνονται σε τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες. Στο βερολίνο ο σ. έγινε ένας από τους σκληρότερους καπιταλιστές, που έχω δει ποτέ μου και δεν θέλω να ξαναδώ, που θα σε φάνε, χωνέψουν και χέσουν προτού τελειώσουν μαζί σου. Και όλα αυτά σε μερικές αθώες παρτίδες μονόπολης. Το μόνο κακό με το πλέιχάουζ είναι ότι πληρώνεις τα παιχνίδια 1,50 ευρώ την ώρα το άτομο, που τελικά φτιάχνει ένα αξιοπρεπή λογαριασμό στο τέλος γιατί παραγγέλνεις και πάνω από ένα καφέ κατά την πολύωρη διαμονή, αλλά εδώ δεν γκρινιάζω γιατί πέρασα καλά.

Νομίζω πως αυτό το καλοκαίρι μεγάλωσα λίγο παραπάνω. Πέρα από τα νέα μου κιλά, άρχισαν οι άνθρωποι να μου φαίνονται μικρότεροι, οι συνομήλικοί μου ως λίγο πιο νεαροί, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία μου. Δεν ξέρω αν είναι ωριμότητα ή απλά άλλη μια παράνοια, ή έστω μια αλλαγή και τίποτα παραπάνω αλλά μου κάνει εντύπωση, μιας και δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που με θυμάμαι να μεγαλώνω, να αλλάζει η οπτική μου σε τόσο μικρό διάστημα ώστε να μπορώ να το αντιληφθώ.

Κάθε μέρα έχει τη ρουτίνα της. Ίντερνετ και διάβασμα, μέχρι το απόγευμα, πολύ φαΐ στο ενδιάμεσο αν ξέχασα να το αναφέρω, άρα και ένα δίωρο αδυναμίας αλλαγής πλευρού από τη μαστούρα της χώνεψης, και μετά ανοιχτά τα φτερά για μικρές εξόδους με πολύ αλκοόλ και λίγους φίλους. Επιστροφή στην αφετηρία, ανεφοδιασμός και πάλι από την αρχή.

Αυτά νομίζω καλύπτουν μερικώς τις τελευταίες μέρες, ειδικώς γίνεται της πουτάνας αλλά δεν μπορώ να πω λέξη, γιατί κινδυνεύω εγώ και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι.

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

ελληνομανίες

Ένας περίεργος θάνατος στην εφημερίδα της τουαλέτας (ημερολόγια καταστρώματος όπως πλέον έχω μόνιμα συσχετίσει). Σαραντάρης πολωνός κατούρησε τη λάθος ράγα του τρένου, εκείνη που έχει το ηλεκτρικό ρεύμα, και πέθανε ακαριαία από ηλεκτροπληξία. Φυσικά στις λίγες γραμμές, ο συντάκτης έκανε και τα σχόλια του, πάντοτε (υποτίθεται) αντικειμενικά. Ο τυπάς ήταν δάσκαλος που μάλλον ήρθε στο λονδίνο για να βελτιώσει τα αγγλικά του, τουαλέτες μέσα στο σταθμό των τρένων δεν υπάρχουν αλλά υπάρχουν στο σταθμό των λεωφορείων παραπέρα, ο πολωνός μάλλον δεν ήξερε, επειδή είναι από την πολωνία, ότι οι ράγες είναι ηλεκτροφόρες. Να σας πω την πικρή μου αλήθεια, και να ήξερα ότι οι ράγες έχουν ρεύμα, δεν νομίζω να σκεφτόμουν ότι μπορώ τόσο εύκολα να φτιάξω το τέλειο καλώδιο μεταξύ εμού, του πουλίου μου και του ηλεκτρικού ρεύματος. Τώρα φαντάζομαι ότι θα μπει μια καινούργια πινακίδα στους σταθμούς “κίνδυνος-θάνατος μην κατουράτε στις ράγες”.

Το μουσείο πάει καλά, παραπάει καλά. Σε σημείο που όταν έχω ρεπό, μετά από λίγες ώρες νιώθω τρομερά κουρασμένος λες κι έχω κατάθλιψη. Βέβαια να σημειώσω ότι εξαρχής έτρωγα τις θαυματουργές μου βιταμίνες που με κάνουν χαρούμενο, ενώ τώρα που τέλειωσαν έχω εθιστεί σε ένα βαθυπράσινο λατινοαμερικάνικο πλαγκτόν με το όνομα σπιρουλίνα, όπου έχω αυξήσει τη δοσολογία και τρώω τρία χαπάκια πριν αφήσω την εστία μου, και ίσως ευθύνεται κι αυτό για την τόση χαρά και σπίντα τις ώρες δουλειάς. Μάλλον δεν ανέφερα ότι το μουσείο εκτρέφει ένα είδος ελληνικής παροικίας, με δύο ελληνίδες, μια ελληνοαγγλίδα, μια ελληνοαυστραλή, έναν αγγλοκύπριο και μια παντρεμένη με ζακυνθινό, που πηγαινοέρχεται ελλάδα αγλλία, α σόρι και μια γαλλίδα με γκόμενο έλληνα που κάνει κάθε χρόνο διακοπές στην αίγινα (την καημένη) κι έναν πέρση λονδρέζο που πήγε στην κρήτη για κάτι σεμινάρια μουσικής και μου λέει πάντα καλημέρα καλησπέρα και τι κάνεις καλά. Όπως λένε και τα τζάμπο και τρέμουν οι ακροατές, είμαστε παντού.

Και πώς ξέχασα και κάτι που εμένα μου φάνηκε πολύ αστείο γιατί ξύπνησε τον πατριωτισμό μου που νόμιζα ότι είχα ξεριζώσει χρόνια πριν. Γνώρισα και μία Μακεδόνισσα. Από τη Μακεδονία. Μασεντόνια που γράφουν κι οι χάρτες Που ζει οχτώ χρόνια στο Λονδίνο και ακόμη έχει πρόβλημα με τη βίζα της γιατί η ελλάδα δεν αφήνει τη χώρα της να αναγνωριστεί κανονικά. Δεν ξέρει ιστορία δυστυχώς οπότε έχει στο μυαλό της μόνο τη δική της εκδοχή που λέει ότι ζει στη μακεδονία του αρχαίου αλεξάνδρου, αλλά αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα την πραγματικότητα της όπως και την πραγματικότητα της οικογένειας της. Μετά από κείνο το μπούγιο δεκαπέντε χρόνια πριν με τη μακεδονία είναι ελληνική και τα συλλαλητήρια και τους ήλιους της βεργίνας και την προτομή του άλεξ σε διάφορα προϊόντα σε όλα τα καλά περίπτερα (κρεμαστάρια, τράπουλες, ρολόγια κ.λπ.) η ιστορία είχε ξεθυμάνει, ο κόσμος μπαινόβγαινε σχετικά εύκολα και πολλοί έλληνες πήγαιναν στη Μακεδονία για ψώνια ή σύντομες διακοπές. Τώρα τελευταία που ξανάρχισε ο τζερτζελές έχει γίνει πάλι η ζωή τους κόλαση. Μου είπε και μερικές μικρές λεπτομέρειες που με έκαναν να δω πόσες λίγες διαφορές έχουμε, ο αδερφός της πήρε τρελόχαρτο για να αποφύγει το στρατό, όπου ταυτίστηκα καθώς εγώ προσπαθώ να δω τι θα κάνω με το στρατό για να έρθω χωρίς προβλήματα στην ελλάδα (και κυρίως για να φύγω χωρίς προβλήματα), καθώς και ότι όλοι οι κυβερνητικοί υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι και τρώνε λεφτά, που φυσικά μου θύμισε την ελλάδα του 89, που κάποια στοιχεία της ζουν ακόμη στο σήμερα με σκάνδαλα και διαφθορά και φακελάκια και μέσα και μίζες και όλα τα σχετικά.

Μετά αναγκάστηκα να σκεφτώ και πιο γενικά. Πώς όλα τα έθνη κράτη όταν βρίσκονται στη γέννησή τους και για μερικούς αιώνες στη συνέχεια διαμορφώνουν αυτό που λέμε την εθνική τους ταυτότητα, εφευρίσκουν ή συγκεντρώνουν και οργανώνουν διάφορα στοιχεία, που τους κάνουν μια ανεξάρτητη αυτοπροσδιοριζόμενη ενότητα. Τα πιο κλασικά τέτοια στοιχεία είναι η γλώσσα και η θρησκεία. Μετά ακολουθεί η εθνική ιστορία, η καταγραφή του παρελθόντος με την εξιδανίκευση και την ηρωοποίηση συμβόλων-στιγμών που φέρουν την παραπάνω γλώσσα ή έζησαν στο συγκεκριμένο τόπο. Τα σύνορα, που συνήθως καθορίζονται ιστορικά από πολέμους και μεταπολεμικές συμφωνίες, ή κάποιες φορές από οροσειρές, μεγάλα ποτάμια και θάλασσες, παίζουν επίσης ένα σημαντικό ρόλο στις μελλοντικές συστηματικές εθνοποιήσεις. Όπως η “μεγάλη ελλάδα” είναι ένα ανέκδοτο σε έναν μη ιμπεριαλιστή έλληνα του παρόντος, με τον ίδιο τρόπο δεν είναι τόσο αστεία προς το παρόν η “μεγάλη αλβανία” ή η “μεγάλη μακεδονία” σε κάποιο αλβανό ή σλαβομακεδόνα. Και για αυτό κατά τη γνώμη μου ευθύνεται καθαρά ο χρόνος που η συγκεκριμένη χώρα έχει διανύσει στο δρόμο του χτισίματος της εθνικής της ταυτότητας. Η ελλάδα π.χ. έχει τα τελικά της σύνορα από το '22, μετά την “μικρασιατική καταστροφή”, όταν οι έλληνες προσπάθησαν να κάνουν επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη νεοπροσδιοριζόμενη εθνική τουρκία του ατατούρκ και έχασαν παταγωδώς. Η βόρεια ελλάδα μέσα στο 19ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού ήταν μία πολύγλωσση πολυθρησκευτική περιοχή, που έγινε ελληνική μέσα από τους μακεδονικούς και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς επίσης και τις πρακτικές των γερμανών στο δεύτερο παγκόσμιο ενάντια στους εβραίους. Η τουλάχιστον τρίγλωσση και τριθρησκευτική θεσσαλονίκη του 1821 μετά το 1945 ήταν μονόγλωσση και μονοθρησκευτική. Ελληνική. Και ορθόδοξη χριστιανή.

Έτσι η χώρα μας έχει περάσει τις πρώτες της παιδικές ασθένειες από τον πόλεμο για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τον πόλεμο ενάντια στους γερμανούς, και παρόλαυτά θυμάμαι φυλλάδιο νεοδημοκράτη υποψήφιου βουλευτή μετά το 95, (πάνος καμένος, αυτό δεν είναι σχόλιο για τη μνήμη μου είναι το όνομά του και μόνο αυτό, χωρίς σχόλιο) με το χάρτη της μεγάλης ελλάδας, με ινσταμπούλ και σμύρνες και δυρράχια-χειμάρρες κι απόλα. Φαντάσου να είσαι η αλβανία που ξέφυγες από το δικτατοροκομουνισμό λιγότερο από 20 χρόνια τώρα ή η Μακεδονία που πρώτα σφαγιάστηκαν οι διαφορετικές εθνότητες της χώρας πριν γίνεις εσύ ανεξάρτητη επίσης λιγότερο από μια εικοσαετία πριν.

Ούτως ή άλλως, και μην κοροϊδευόμαστε, η ελλάδα είναι προς το παρόν ο μεγάλος κακός ιμπεριαλιστής των βαλκανίων. Όπως σε εμάς μας κακοφαίνεται που η ντόιτσε τέλεκομς αγοράζει ή αγόρασε τον ΟΤΕ (δεν έχω ιδέα τι γίνεται με αυτό οπότε βγάζω το σκασμό και δεν σχολιάζω), οι Μακεδόνες αναρωτιούνται γιατί η κρατική εταιρία τηλεφωνίας της ελλάδας (για τους φίλους πάλι ΟΤΕ), της χώρας που τους έχει γαμήσει διεθνώς, κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό της δικής τους κρατικής εταιρίας τηλεπικοινωνιών. Και φυσικά πέρα από τον ιμπεριαλιστή οτέ υπάρχουν και διάφορες αλυσίδες σούπερμάρκετ και εταιρίες που απλώνονται στα Βαλκάνια για τα φτηνά εργατικά και την αγοραστική δύναμη. Ίσως τελικά όταν ο Λένιν έγραφε στις αρχές του 20ου αιώνα για το μέλλον του διεθνούς καπιταλισμού, βοηθούσε όλες αυτές τις χώρες που δεν ήταν ακόμη ανεπτυγμένες να βρούν και να ακολουθήσουν ένα μπούσουλα για το οικονομικό τους μέλλον.

Έχουμε λοιπόν ένα στρατό που θεωρητικά, έτσι όπως μας τα λένε στο στρατό, μπορεί να αμυνθεί σε μια πιθανή επίθεση της τουρκίας, αγοράζουμε όπλα συστηματικά από όποιον μας τα πουλάει (άσχετα αν τα πουλάει και στους αντιπάλους μας) και προσπαθούμε να ελέγξουμε οικονομικά όλες τις φτωχές γειτονικές μας χώρες. Τι στο διάολο φοβόμαστε από μια χώρα που προβάλει το όνειρο της μεγάλης αλβανίας ή της μεγαλης μακεδονίας? Αφού εμείς ελέγχουμε το παιχνίδι όσον αφορά τους πιο αδύναμους από εμάς. Αν πουχού, ξέρουμε ότι ο μέγας άλεξ μιλούσε ελληνικά, τα οποία και η αυτοκρατορία του διέδωσε σε όλη την ανατολική μεσόγειο, όποιος και να πει ότι η μεσόγειος έγραψε σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα πέραν των ελληνικών και των λατινικών (και των αραβικών φυσικά), θα τον πάρουν με τις ντομάτες. Το ότι εμείς μιλάμε την εξέλιξη αυτής της ελληνικής γλώσσας και για αυτό νιώθουμε δεσμούς με κάποιους που ζούσαν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν στον τωρινό ελλαδικό χώρο και περηφανευόμαστε που το βυζάντιο (που να θυμίσω ιδρύθηκε από ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα) ή οι μακεδόνες κατέλαβαν όλες αυτές τις εκτάσεις είναι φυσικά μέρος της δημιουργίας της δικής μας εθνικής ταυτότητας, οι αδούλωτοι περήφανοι έλληνες, οι ρατσιστές μικροπρεπείς και αγροίκοι, που αγαπάμε να μισούμε γιατί σε αυτή τη χώρα μεγαλώσαμε και αυτοί είναι οι δικοί μας άνθρωποι.

Άσε που αν ρίξεις μια ματιά στο πιάτο του έλληνα βρίσκεις όλη τη μέση ανατολή, και αν κοιτάξεις και τη γλώσσα του βρίσκεις άπειρες τουρκικές λέξεις και φυσικά εκεί ανακαλύπτεις αυτό που ξέχασαν να σου πουν σωστά στο σχολείο, ότι η ελλάδα ήταν μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας για 400 χρόνια, και όσο και να το θέλουμε τέσσερις αιώνες δεν γίνονται τόσο εύκολα σκόνη. Και αυτές οι χαζομάρες για την ψυχή του έλληνα που έμεινε αδούλωτη και διατήρησε τη γλώσσα και τη θρησκεία είναι κι αυτά μέρος της εθνικής ταυτότητας. Δεν προσπάθησε κανείς οθωμανός να καταστρέψει το χριστιανισμό ή τον ιουδαϊσμό, ούτε να ξεριζώσει τις γλώσσες τους από τα μέρη όπου ήταν οι κύριες γλώσσες, απλά ακολουθώντας τη σαρία, το μουσουλμανικό νόμο, επέβαλλε φόρο στους αλλόπιστους και δεν επέτρεπε την εξάπλωση των λάθος δογμάτων, παρόλο που επέτρεπε την ύπαρξή τους επειδή ήταν πρόδρομοι της μοναδικής αληθινής θρησκείας, του Ισλάμ. Στην ισπανία οι καθολικοί αντιθέτως προσπάθησαν να ξεριζώσουν οτιδήποτε μη χριστιανικό, εξορία, πυρά ή βάφτιση ρωτούσαν ευγενικά και αργότερα ακολούθησαν την ίδια πρακτική σε όλη την ευρώπη με όλους τους αιρετικούς. Αν είχαν αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο τους αιρετικούς και οι οθωμανοί ούτε πατριάρχες θα είχαν απομείνει ούτε μεγάλες του γένους σχολες ούτε “κρυφά σχολεία”.

Ξέφυγα ή μου φαίνεται; ναι, ξέφυγα. Τελικά κατάφερα να λέω χωρίς κόπο τη Μακεδόνισσα Μακεδόνισσα παρόλο που θάθελα να έκανα μια συζήτηση μαζί της περί του θέματος αν και δεν φαίνεται να νοιάζεται. Και τώρα μένει να δούμε και τη βόρεια κύπρο να ενώνεται με τη νότια, να τελειώνει και αυτό. Γιατί τελικά στο όνομα της πολιτικής και της διπλωματίας, αφήνουμε επί δεκαετίες απλούς ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα να υποφέρουν για τις αποφάσεις των ανθρώπων που τους εξουσιάζουν και τις συνέπειές τους.


Ρεπό σήμερα (που είναι η επόμενη μέρα από τις προηγούμενες παραγράφους), έχει ελαφρή συννεφιά και ήλιο και ζέστη και υγρασία και ιδρώνω και ξεϊδρώνω ασταμάτητα. Μάλλον δεν θα με συλλάβουν όταν μπω στη χώρα ως ανυπότακτο, αλλά μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία έχω κάτι πρόσθετο για να αγχώνομαι. Επίσης μετακομίζω. Οι υπόλοιποι έφυγαν ήδη οπότε έχω μείνει μόνος στο σπίτι, που θα μπορούσε να ήταν ένα μεγάλο πάρτι αν δεν εγκληματούσαν ανεπανόρθωτα εναντίον μου παίρνοντας το μόντεμ και αφήνοντάς με από το σάββατο χωρίς ίντερνετ, που φυσικά έχω τρελαθεί, αλλά μου δόθηκε και η ευκαιρία να δω μερικές ταινίες που τις είχα εδώ και καιρό σε ντιβιντί και όλο τις απέφευγα για να δώ καμιά χαζομάρα ονλάιν. Επίσης επιτέλους ξανάβαλα να ακούσω μουσική, χόρευα αέρινα ανάμεσα σε κούτες σακούλες και χαρτιά, τελικά ίσως έπρεπε να ασχοληθώ με το χορό όταν το ήθελα. Για τις τελευταίες ταινίες θα έρθει άλλο ποστ με το καλό. Μου κόλλησε ότι πρέπει να κατεβάσω έντιθ πιαφ και νίνα σιμόν, πρέπει να ακούσω λίγη καινούρια μουσική, εννοώ που δεν έχω και τελικά δεν ακούω και πουθενά αλλού. Βασικά θέλω να ακούσω μερικά σχετικά καινούρια πράγματα, καθώς έχω μείνει πίσω, ακόμη και το τρίτο των πόρτισχεντ το άκουσα μόνο μια φορά. Διάβαζα κάτι ωραία πράματα για τους γκογκολ μπορντέλο, ίσως να πρέπει να ασχοληθώ λίγο μαζί τους. Γράφω ό,τι μου κατεβαίνει και καταντάει φαντάζομαι αδιάφορο, οπότε το σταματάω και επανέρχομαι, έτσι κι αλλιώς πρέπει να μεταφέρω τον υπολογιστή στο άλλο σπίτι ώστε να μπορέσω να στείλω το ποστ.

Έλεγα για πλάκα ότι η ζωή μου χωράει σε δύο βαλίτσες, νομίζω όμως ότι πρέπει να ανεβάσω το νούμερο σε τέσσερις, οι οποίες όμως χωράνε τα πάντα, ρούχα παπλώματα κουζινικά βιβλία και λοιπά. Πάω να αδειάσω την τρίτη τώρα και ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω πριν τα μεσάνυχτα καθώς είμαι χαλαρός χαλαρός. Ευτυχώς έχω ήδη μεταφέρει ό,τι χρειάζομαι για να κοιμηθώ στο νέο σπίτι, ενώ έχω αφήσει το λάπτοπ εδώ οπότε αναγκαστικά θα πρέπει να ξανάρθω και τελικά να μείνω εκεί το βράδυ. Άμα δεν υπάρχει κανείς να σε εκβιάσει τριγύρω κάντο μόνος σου. Τα λέμε σε λίγο.


υ.γ.: μην πιστεύετε ποτέ κάποιον που προσπαθεί να μετρήσει σε πόσες βαλίτσες χωράει η ζωή του. Πάτερ αμάρτησα μάλλον χρειάζεται και πέμπτη γεμισά.

Σάββατο, Ιουλίου 12, 2008

Αιχμές 1 (ίσον με κανένα)



Ο καλύτερος τίτλος για μια τέτοια αρχή είναι "δεν μου βγήκε όπως την ήθελα". Αν καταφέρω να βγάλω μια δεύτερη φωτογραφία, ίσως μπορέσω να αλλάξω και αυτή την πρώτη ατάκα.

αυτός, εκείνος και ο άλλος

Παιδιά με το συγνώμη αλλά τον παρακαλάω να γράψει τίποτα τις τελευταίες μέρες, σχεδόν μήνας πάει δηλαδή, και αρνείται πεισματικά. Βασικά για την περίπτωση που ανησυχείτε αν έπαθε τίποτα, καθώς μένει και σε επικίνδυνη πόλη, μια χαρά είναι, απλά γυρνάει κουρασμένος από τη δουλειά όπου από την πολλή κοινωνικότητα είναι σαν να βγήκε κιόλας και έτσι απομονώνεται και βλέπει ταινίες. Πέρσι σερβιτόρος, φέτος μπάτσος της τέχνης και υπηρέτης της αστικής τάξης.
Με το γουόκι τόκι του, τα κλειδιά του και το κατάστιχό του, φοράει το άγριο βλέμμα του, ένα μόνιμο χαμόγελο τρελού και περπατάει πάνω κάτω σε αίθουσες γεμάτες με το παρελθόν των πλουσίων. Όλο διαμάντια, ασήμια, πίνακες, μεγαλοπρεπή έπιπλα και προτομές, πράματα που ποτέ δεν θα μπαιναν στο σπίτι του ή πάνω του αν ζούσε κι εκείνος τότε. Αν είχε σπίτι τέτοιος αχαΐρευτος.

Αν θέλεις να μάθεις πού είναι η τουαλέτα, η έξοδος, οι σκάλες ή και ποιος κρατούσε ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ναγοράσεις, περίμενε να τον δεις να ξεπετάγεται από καμιά γωνία κουνιστός και λυγιστός μες στα μαύρα και θα πάρεις όλες τις απαντήσεις, σε κακά αγγλικά αλλά, πάντοτε ευγενικά. Τόσο ευγενικά που έχει αρχίσει να ανησυχεί με την πάρτη του. Επίσης τόσο ευγενικά, που του παίρνουν τη σειρά στο τρένο όταν τελειώνει τη δουλειά και θέλει να τους χιμήξει να μάθουν πόσο εύκολο είναι να είναι καλοί με τους άλλους ανθρώπους μερικές ώρες την ημέρα.

Μες στο μουσείο, έχει πολύ ελεύθερο χρόνο, και μαζί πολλά ερεθίσματα. Άνθρωποι παντού, μεγάλες - κουραστικά μεγάλες - ατέλειωτες συλλογές και εκθέματα, οι άνθρωποι δεν θέλουν όλοι να ρωτήσουν κάτι όπως εσύ ή δεν θέλουν να φανούν τόσο άχρηστοι ώστε να μην μπορούν να βρουν στο χάρτη την τουαλέτα, τα εκθέματα επίσης δεν θέλουν να ρωτήσουν κάτι, οπότε εκείνος μένει με πολύ ελεύθερο χρόνο αλλά σε ένα περιβάλλον με ζωντανά και νεκρά ερεθίσματα. Μάλλον με ερεθίσματα ζωντανών και νεκρών γιατί τώρα το μυαλό μου μου λέει ότι δεν υπάρχουν νεκρά ερεθίσματα, γιατί τότε τα λένε αναμνήσεις. Βέβαια και το μουσείο είναι γεμάτο αναμνήσεις αλλά όχι δικές του.

Ο ελεύθερος μα όχι νεκρός χρόνος κάνει το μυαλό του να δουλεύει, έγινε πάλι δημιουργικό, φτιάχνει ιδέες πάνω σε υπάρχοντα ερεθίσματα, τις αναπτύσσει ή τις ξεχνάει, νιώθει περίεργα γεμάτος. Κάνει σχέδια να μεταφέρει τις ιδέες στην πραγματικότητα, αλλά προς το παρόν είναι χαρούμενος που μπορεί πάλι να δημιουργεί ασταμάτητα ιδέες. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το χε με την πραγματοποίηση, αλλά η φαντασία του μέχρι πριν από μερικά χρόνια οπότε και της επιτέθηκε προσπαθώντας να τη χρησιμοποιήσει στη δουλειά του ήταν πάντοτε δημιουργική. Αυτό με τη χρήση της φαντασίας στη δουλειά όμως, της έκανε ζημιά της φαντασίας και είχε γίνει απόμακρη και σιωπηλή. Και τώρα πάλι ξαναμιλά. Κι ας μείνουν τα σχέδια στο χαρτί, εκείνος χαίρεται τη στιγμή μέχρι αυτή να χαθεί κι εκείνος να μείνει να την αναπολεί. Όπως πάντα δηλαδή.

Ξεκίνησε να κρατάει σημειώσεις από διάφορα περίεργα και αστεία πράγματα που συμβαίνουν μες στη μέρα του στο μουσείο, αλλά όταν δοκίμασε να τα μεταφέρει στο χαρτί δεν ήταν πια αστεία ή εκείνος βαριόταν με τη διαδικασία. Έτσι σταμάτησε να κρατάει σημειώσεις. Εκτός από χτες που πήγε στην πρεσβεία και μετά από λίγα δευτερόλεπτα είχε αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να καταγράψει το ελληνικό κάλλος, το αρχαίο και αθάνατο, που παρουσιάστηκε μπροστά του. Αλλά ποιος ο λόγος να εκθέτει τη χώρα του σε ανθρώπους που την έχουν ήδη εκτεθειμένη; Είπε τις ιστορίες σε δυο τρεις ξένους με την ελπίδα να τις μεταφέρουν στις επόμενες γενιές των ευρωπαίων για να είναι προετοιμασμένοι όταν χρειαστεί να έρθουν σε επαφή με το ελληνικό δημόσιο ή ελληνικό πολιτισμό που το λένε στα βιβλία του δημοτικού και να μην αρχίσουν το χαρακίρι στο πρώτο δίωρο. Γιατί όσο ναναι και οι υπάλληλοι άνθρωποι είναι και με το αίμα θα σοκαριστούν και δεν θα μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Πάντως εκείνος αποφάσισε ότι πρέπει απαραίτητα να αποκτήσει και κάποια ακόμη εθνικότητα γιατί αν στην περίπτωση ανάγκης χρειαστεί να καταφύγει σε κάποια πρεσβεία, στην ελληνική είναι σίγουρο ότι ο/η ρεσεψιονίστ θα τρώει το καλατσό του και δεν θα του ανοίξει κανείς την πόρτα και ο/η γραμματέας θα έχει πολλή δουλειά για να απαντήσει το τηλέφωνο. Όλα αυτά ήθελε να τα πει στα μούτρα τους, έντονα και δυνατά, με διάφορους μαύρους έλληνες παρέα που έτυχε να είναι εκεί και για κάποιο λόγο τους απευθύνονταν πάντα στον ενικό άσχετα από την ηλικία τους, αλλά έχει διαβάσει κάφκα, και ενθυμούμενος τον κύριο κάπα κατάπιε τα πάντα με δυο ποτήρια δροσερό νερό από τον ψύκτη, μιας κι έχει μόνο ενάμιση μήνα καιρό να φέρει σε πέρας τις δουλειές του και όχι όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Είναι σχεδόν όλη μέρα χαρούμενος, το παρατηρούν οι συγκάτοικοί του, τους έχει πεθάνει στη γκρίνια όλο το χρόνο και τώρα χοροπηδά σαν ακρίδα το καλοκαίρι. “πώς μπορείς να είσαι έτσι όλο το χρόνο;” ρωτάνε αλλά είναι μικροί και δεν ξέρουν ακόμη από ζωή, τουλάχιστον από τη δική του.

Αυτό το διάστημα διαβάζει ένα βιβλίο με αποσπάσματα από ημερολόγια και αυτοβιογραφίες εργατών, υπηρετών και λοιπών από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι και τις αρχές του εικοστού. Μία από τις εργάτριες σε εργοστάσιο πυρομαχικών κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έγραψε την αυτοβιογραφία της σε τρίτο ενικό, “η μαίρη, άμαθη καθώς ήταν από σκληρή δουλειά, δυσκολευόταν να ξυπνήσει το πρωί”. Ίσως γιαυτό του έκατσε τώρα και το ποστ που έκατσε και τογραψε δυο φορές αλλά τάφησε μισό και δεν τοστειλε, με άφησε εμένα να το στείλω. Και φαίνεται να λειτουργεί, τα λέει πιο εύκολα και απότι φαίνεται αυτό το ποστ θα με βάλει τελικά να το στείλω.

Ξαναθυμήθηκε την αγάπη του για τη φωτογραφία. Που γεννήθηκε όταν έβλεπε εικόνες γύρω του ενδιαφέρουσες που μπορούσαν να σχολιάσουν κάτι. Ποτέ δεν έμαθε να τραβάει καλές φωτογραφίες, ποτέ δεν έμαθε να είναι συστηματικός, να τραβάει το ένα φιλμ μετά το άλλο, πάντοτε έλπιζε ότι κάποια στιγμή θα έπιανε τη μηχανή και θα ξεκίναγε μια μεγάλη πορεία στον κόσμο της πραγματικότητας και της ψευτιάς που προσφέρει το κάδρο. Όταν διαδόθηκαν λίγο περισσότερο οι ψηφιακές μηχανές, αγόρασε με τα χίλια ζόρια μία, για να ξεπεράσει το εμπόδιο της βαρεμάρας του να μάθει πώς να εμφανίζει φωτογραφίες. Τελικά η μηχανή με διάφορες δικαιολογίες μένει άπραγη. Τώρα σκέφτεται ότι θέλει μια καλύτερη μηχανή με καλύτερη ανάλυση και επιλογές ώστε να τραβάει καλύτερες φωτογραφίες. Παρόλο που πάντοτε το μεγαλύτερο του πρόβλημα ήταν και είναι το θάρρος να κρατάει και να χρησιμοποιεί μια μηχανή μέσα σε έναν κόσμο που η καταγραφή της εικόνας είναι ένα μέσο κρατικής καταστολής. Τις τελευταίες μέρες που βγαίνει κάθε πρωί από το σπίτι και βλέπει τον κόσμο γύρω του, και όπως σας είπα το μυαλό του δουλεύει, σκέφτηκε μια ενότητα φωτογραφιών. Θα τη λένε “αιχμές”. Αν τελικά την ξεκινήσει θα καταλάβετε πολύ εύκολα γιατί τη βάφτισε έτσι. Επίσης θυμήθηκε και μια άλλη ενότητα που θα έφτιαχνε χρόνια πριν και που σήμερα στο τρένο μετά τις αιχμές σκέφτηκε το όνομα της αν και ακόμη όχι τόσο πετυχημένο. “Ορίζοντας”. Είναι ούτως ή άλλως ωραίο ότι άρχισε πάλι ν α βλέπει εικόνες γύρω του, το αν θα τις κάνει ποτέ πράξη είναι ένα άλλο θέμα.

Α ναι. Στο μουσείο γνώρισε πολλά παιδάκια. Όλως περιέργως είχε συνεχώς την εντύπωση ότι εκτός από τα παπούδια όλοι οι υπόλοιποι ήταν μικρά κι άμαθα. Έτσι τους έβλεπε. Κι ένας ένας λένε και την ηλικία τους. Και είναι ιδίας ή και μεγαλυτέρας. Και μοιάζουν μόλον τούτο μικρότερης. Και φυσικά αποφάσισε να το δικαιολογήσει. Οι συνθήκες, χαμηλός φωτισμός - ελεγχόμενη θερμοκρασία, που εφαρμόζονται για να διατηρούν τα εκθέματα αναλλοίωτα στους αιώνες, τελικά επηρεάζουν και τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί, δεν γηράσκουν όπως ο υπόλοιπος κόσμος έξω από το μουσείο, ο χρόνος κυλά πιο αργά. Και όπως μας έμαθε ο αϊνστάιν, αν για κάποιο λόγο ο χρόνος κυλά πιο αργά από των υπολοίπων, εμείς ζούμε σύμφωνα με τον αργό χρόνο και οι υπόλοιποι τρώνε τη σκόνη μας, για την ακρίβεια εμείς τρώμε τη σκόνη τους στο τέλος. Ο αϊνστάιν μπορεί να μην είπε τίποτα τέτοιο αλλά δεν πειράζει αφού ο ήρωάς μας πιστεύει ότι αυτό συμφωνεί με ό,τι είπε ο αφάνας. Έχει και αποδείξεις. Άρχισε να φοράει ρολόι μετά από πολλά χρόνια, και εκείνο συστηματικά έχανε χρόνο κάθε μέρα. Το πρωί όλα τα ρολόγια στο σπίτι έλεγαν την ίδια ώρα, εφτά και μισή, αλλά την ώρα που έκλεινε το μουσείο το ρολόι χειρός του έλεγε πέντε και μισή αντί για για πέντε και τριανταπέντε. Είναι μόνο πέντε λεπτά, αλλά αν σκεφτείτε τα πεντάλεπτα ενός χρόνου, κάτι μαζεύεται, ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι τρεις μήνες τελικά στα 80. Αλλά παρόλο που θεώρησε ότι είχε ένα ρολόι που του κέρδιζε χρόνο αποφάσισε να πάει να το αλλάξει με ένα που έδειχνε την ώρα στην οποία ζούσαν και οι υπόλοιποι, με την ελπίδα ότι δεν αποποιήθηκε το μαγικότερο ρολόι της ζωής του.


Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

τέχνη; γιακ

Επειδή μάλλον βγήκε μεγάλο και βαρετό, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως διπλό ποστ. Οι μη αντέχοντες τις θεωρητικούρες παρακαλούνται να πάνε στην τελευταία παράγραφο και το βίντεο που αποτελούν το αυθεντικό ποστ. Τα υπόλοιπα να διαβαστούν μόνο από βαριεστημένους και ελευθερόχρονες.

Ναι, αυτό είναι ένα θέμα που δεν θα έπρεπε καν να τολμήσω να ακουμπήσω, γιατί θα μου πάρει πολύ χρόνο, οπότε το πλάνο είναι γράφω ό,τι αντέξω και να κοτσάρω και το βιντεάκι που με αναγκάζει να το προλογίσω με τόσες παπαρολογίες.
Η σχέση μου με την τέχνη είναι πολύ περίεργη. Καταρχάς έχω φίλους καλλιτέχνες, που μερικοί είναι και γνωστοί στην ελλάδα, κανα δυο κινούνται και εκτός των τειχών. Γενικά, από μικρό προσπάθησαν να με ταϊσουν κουλτούρα από το σπίτι μου, δε λέω τα κατάφεραν κατά κάποιο τρόπο, αλλά επειδή ήταν περιορισμένες οι επιλογές, μετά ταΐστηκα και μόνος μου μέσα από τις συναναστροφές μου. Επειδή είμαι ατάλαντο σαν άτομο, πιστεύω ότι αν μεγάλωνα σε διαφορετικό περιβάλλον θα ημουν ξύλο απελέκητο, αλλά τελικά κατέληξα να θεωρώ ότι έχω αναπτύξει μια αρκετά ιδαίτερη και δυνατή κριτική ικανότητα στον τρόπο που αντιμετωπίζω τις καλές τέχνες. Κοινώς μου θυμίζω αυτό το ρητό που λέει ότι οι ανίκανοι καλλιτέχνες γίνονται οι δριμύτεροι κριτικοί τέχνης. Έχω άποψη για τα πάντα, από κλασική τέχνη μέχρι μεταμοντερνισμό, και όταν λέω τέχνη συμπεριλαμβάνω σχεδόν τα πάντα που φτιάχνονται για να παρουσιαστούν σε κοινό, από ζωγραφική μέχρι κινηματογράφο. Οι γνώσεις μου περί θεωρίας των τεχνών μπορεί να μην είναι ανύπαρκτες όταν συγκριθούν με τις γνώσεις κάποιου που δεν έχει ιδέα στο θέμα, αλλά νιώθω πάντοτε γελοίος μπροστά σε κάποιον που έχει ασχοληθεί συστηματικά με οποιοδήποτε κομμάτι των τεχνών. Και ακόμη κι αν καταφέρω να τον/την κοροϊδέψω με τη στάση μου σε μια κουβέντα, είναι σίγουρο ότι μέσα μου θα νιώσω γελοίος όταν αναφερθεί ένα όνομα που το ξέρω μόνο σαν όνομα και τίποτα παραπέρα ή μόνο σαν ρεύμα και τίποτα παραπάνω. Με όλο αυτό θέλω να πω πως παρόλο που κρίνω ασύστολα την καλλιτεχνική παραγωγή που ξεπέφτει τριγύρω μου, δεν μπορώ να θεωρηθώ ένας πραγματικός κριτικός, και ούτε και θέλω. Αν και μαρέσει όταν πείθω τελικά. Και μερικές φορές πείθω.
Πραγματικά από διαολεμένη τύχη, βρέθηκα πριν από μερικά χρόνια σε μια δουλειά όπου ερχόμουν σε καθημερινή επαφή με την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα, και αρκετά σύντομα, σε μια θέση που άλλοι θα έχτιζαν και βωμό για να την προστατέψουν, έπαθα όβερντόουζ τέχνης. Έφτασα σε σημείο να λέω στους φίλους μου τις λέξεις τέχνη και καλλιτέχνης σαν να βρίζω με το χειρότερο τρόπο στάζοντας μιζέρια και δηλητήριο.
Αυτό ήταν η μισή αλήθεια, γιατί μαρέσει η τέχνη.
Πήγα σε πολλά εγκαίνια, όπου προσπάθησα πάρα πολύ έντονα να θαυμάσω αυτό που έβλεπα/άκουγα/ένιωθα or whatever. Προσπάθησα να βρω σκέψεις πίσω από το έργο, κρυμμένες εικόνες και νοήματα, έντονα συναισθήματα, γενικά μοχλούς που να με βοηθήσουν να μασήσω και να χωνέψω αυτό το κάτι που κάποιος αποφάσισε να εκθέσει στο ευρύ κοινό. Δυστυχισμένος κατέληγα να αναρωτιέμαι γιατί όλοι αυτοί που βρίσκονταν γύρω μου περιχαρείς απολάμβαναν το φτηνό κρασί και τις συντεχνιακές τους συζητήσεις, όταν το αποτέλεσμα αυτού που ήρθαν όλοι να θαυμάσουν μου φαινόταν εμένα ένα σκουπίδι, ένα έκτρωμα.
Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι, υποτίθεται ότι οτιδήποτε κάποιος αποφασίζει ότι είναι τέχνη, αυτόματα το μεταμορφώνει σε τέχνη, όλα είναι τέχνη δηλαδή, αν ποτέ θελήσουν να είναι. Και δεν διαφωνώ με αυτό, πράγματι όλα μπορούν να είναι τέχνη. Παραδείγματος χάρη, σήμερα στο μετρό, εκει που κουρασμένος γύρναγα από τη δουλειά μου, ξαφνικά εντόπισα ένα κόκκινο σημάδι στο ταβάνι του συρμού. Το μυαλό μου κατάλαβε αμέσως τι ήταν αλλά εγώ χρειάστηκε να ξανακοιτάξω πιο προσεκτικά για να συνειδητοποιήσω ότι μέσα σε ένα τρένο γεμάτο με κουρασμένες φάτσες είχε εισβάλει μια πασχαλίτσα. Σύμβολο της άνοιξης από τη μία, καταδικασμένη να πεθάνει από την άλλη, και ταυτόχρονα ένα θέαμα που πιθανότατα έγινε αντιληπτό μόνο από εμένα εκείνη τη στιγμή ή έστω από δυο τρεις ακόμη, όχι όμως απαραίτητα με την ίδια σημασία, αυτός ο συνδυασμός πασχαλίτσα στο μετρό κι εγώ ως θεατής, μας έκανε ένα έργο τέχνης. Απλά δεν πληρώθηκε κάποιος ένα σκασμό λεφτά για να το παράγει, και ήταν καταδικασμένο να καταστραφεί, είτε όσο εγώ κοίταζα, είτε με το που έβγαινα από το βαγόνι, αφού πλέον δεν θα υπήρχα για να το θεωρώ ένα έργο τέχνης. Για τα πρακτικά, λίγες στιγμές μετά, καθώς κοίταζα αν κάποιος άλλος την είχε δει, είχε πλέον εξαφανιστεί, προσωπικά ευχήθηκα στα ρούχα κάποιου.
Νομίζω πως η ευαισθησία μου να βρίσκω τέτοιες μικρές λεπτομέρειες που μου προσφέρουν κάτι σε ανούσιες στιγμές της καθημερινότητας είναι κατά ένα μέρος και αποτέλεσμα όλων αυτών των εκδρομών μου σε εκθέσεις τελείως ανούσιας και άχρηστης και κακής τέχνης.
Μια μικρή στάση. η κακή τέχνη για την οποία μιλάω είναι κατά κύριο λόγο σύγχρονη τέχνη ή αν όχι τελείως σύγχρονη τουλάχιστον μεταμοντέρνα.
Ο μεταμοντερνισμός, στο μυαλό μου, θεωρητικά, ήταν μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Άνθρωποι που θεωρούσαν ότι όλα έχουν πλέον γίνει, ότι τίποτα καινούργιο δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί, αποφάσισαν να γκρεμίσουν τα πάντα. Δομές, θεωρίες, τεχνικές, πραγματικότητες, τα πάντα. Και το έκαναν, αρκετά πετυχημένα. Αλλά καθώς γκρέμιζαν, πάντοτε στο μυαλό μου, απορροφήθηκαν τόσο πολύ που ξέχασαν γιατί γκρέμιζαν και επίσης σταμάτησαν να δημιουργούν. Και αυτή είναι η διαφορά με το μοντερνισμό και το σουρεαλισμό, οι οποίοι γκρέμισαν για να δημιουργήσουν κάτι. Ο μεταμοντερνισμός γκρέμισε για να... Ναι, αυτό ξέχασαν να πουν και τώρα το πληρώνω εγώ. Και αυτοί όμως. Για να είσαι καλλιτέχνης στις μέρες μας δεν χρειάζεται να ξέρεις να κάνεις τίποτα. Σχεδόν τίποτα, γιατί πρέπει να ξέρεις να εξηγείς τι κάνεις. Π.χ. αν γυρίσεις ένα βίντεο μισής ώρας με ένα ζευγάρι που είναι αγκαλιασμένο, πρέπει να μπορείς να το στηρίξεις με σύγχρονους όρους της θεωρίας της τέχνης. Αν μπορείς να το κάνεις, τότε έχεις δημιουργήσει ένα έργο τέχνης. Για να είσαι θεατής αυτού του έργου πρέπει να μπορείς να απολαύσεις ένα μισάωρο βίντεο όπου δύο άνθρωποι στέκονται αγκαλιασμένοι μπροστά στο φακό. Οι σκέψεις που θα κάνεις από τις πιο ενδιαφέρουσες μέχρι τις πιο κακοπροαίρετες, βαρετές ή ότι άλλο, είναι εννοείται μέρος του έργου τέχνης. Για να είσαι καλλιτέχνης στις μέρες μας πρέπει να πιστεύεις ότι είσαι, να το λες, να το υποστηρίζεις με τη θεωρητική σου κατάρτιση, και φυσικά να βρεις και κάνα δυο που συμφωνούν μαζί σου.
Με μια τέτοια διάθεση να διαφωνήσω και να κριτικάρω αρνητικά συνεχίζω να πηγαίνω σε εκθέσεις τέχνης. Κόβω διάφορες άλλες μαλακίες που σκεφτόμουν για μπώ σε κάτι πιο ουσιασικό. Κατέληξα, ένα, να θαυμάζω όλο και περισσότερο παλιότερες μορφές τέχνης και, δύο, να διαχωριζω σύγχρονες μορφές τέχνης. Έφτιαξα κάτι σαν μανιφέστο. Νομίζω το πιο βασικό κομμάτι αυτού του μανιφέστου είναι ότι πλέον ασχολούμαι μόνο με έργα που δείχνουν είτε ότι έχουν δουλευτεί για καιρό, δηλαδή ο καλλιτέχνης έφαγε πολλές ώρες για να τελειοποιήσει ή να προσπαθήσει να φτιάξει κάτι το οποίο μπορώ να δω, όχι μια θεωρία δηλαδή για να το στηρίξει, αλλά κάτι που φαίνεται στο αποτέλεσμα. Ακόμη και να μην μαρέσει το αποτέλεσμα, γιατί δεν είναι πρωτότυπο ή ουσιαστικό, τουλάχιστον μπορώ να ξεχωρίσω αυτό το έργο από τόνους σκουπιδιών για τις λίγο καλύτερες προθέσεις, για την προσπάθεια. Επίσης, για να καταλήξω να μου αρέσει κάτι, πέρα από την παραπάνω προσπάθεια απαιτώ να υπάρχει ένα νόημα, μια ουσία. Πλέον δεν ασχολούμαι με έργα που δεν μπορούν αυθόρμητα να κινήσουν κάτι μέσα μου, είτε αυτό είναι συναίσθημα, είτε σκέψη, είτε απλά εντύπωση. Τα έργα δηλαδή που περιμένουν από εμένα να σταθώ από πάνω τους, να τα ερευνήσω, να τα σκεφτώ και στο τέλος κοπιαστικά να προσπαθήσω να τα δικαιολογήσω, αποφάσισα πως είναι μονάχα αποδείξεις της δικής μου ιδεοληψίας και άρα τελείως ανόητα, δηλαδη και να μην υπήρχαν εγώ θα έκανα όλες αυτές τις σκέψεις σε ένα βαγόνι τρένου παρατηρώντας απλά (;) τους ανθρώπους γύρω μου.

Και καταλήγω με το βιντεάκι που βρήκα σε ένα άλλο μπλογκ και μετά έψαξα και τον καλλιτέχνη, και τελικά έκλεψα και ένα σκίτσο του και το έβαλα σαν φωτό στο μπλογκ αυτό. Τέχνη που προσπαθεί να πει κάτι, που κινείται και εξελίσσεται, που απευθύνεται σε όλους όσους αποφασίσουν να την κοιτάξουν, με άπειρο κόπο φτιαγμένη. Ακόμη κι αν στο τέλος μπορεί κάποιος να πει "ε και;", θα το πει με κόπο. Επειδή εγώ όταν το είδα, εν μέσω φάσης προσωπικής κενότητας, ήθελα να μάθω παραπάνω για το δημιουργό του το σάιτ του είναι www.blublu.org



MUTO a wall-painted animation by BLU from blu on Vimeo.

Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2008

Το πρώτο τοστ

Καλωσήρθατε στα πλακάκια μπάνιου, ταπισερί, αστρομαντεια ο ξενοφώντας.
Ελπίζω να δουλέψει αυτό το πράμα αυτή τη φορά λίγο καλύτερα για μένα και λίγο καλύτερα και για τους πέντε αναγνώστες μου. Έγραψα πριν καιρό το εισαγωγικό κείμενο όπου έλεγα ότι δεν υπόσχομαι τίποτα γιατ΄ποτέ δεν το τηρώ, αλλά πάω να του ρίξω μια ματιά μπας και το βαλω και ξεμπερδεψω για το πρώτο ποστ του καθάρματος ή κάρματος, επιλέγετε εσείς ποιον βλέπετε μπροστά σας. δεν είναι κακό, το βαζω και επανέρχομαι.

Εκεί που σκέφτομαι ότι σαν πρώτο ποστ πρέπει να κάνω δηλώσεις, βαριέμαι να κάνω δηλώσεις και να φτιάξω ένα σχεδιάγραμμα για το τι θα είναι αυτός εδώ ο χώρος. Επειδή είχα όρεξη να γράψω αλλά δεν είχα τι να πω, σκεφτόμουν ότι έπρεπε να δηλώσω ότι από εδώ θα γράφω βαρετά καθημερινά πραματάκια. Μετά επειδή άρχισα να γράφω, άρχισα να πειράζω το αποτέλεσμα για να μην είναι τόσο βαρετό, οπότε ακυρώνεται η πρώτη σκέψη. Μετά σκέφτηκα και διάφορες δηλώσεις που έχω κάνει στο παρελθόν καθώς και μπόλικες δηλώσεις που έχουν κάνει άλλοι, που είναι πιο εύκολο να τις δεις από απόσταση και να τις κρίνεις, και μάλλον είναι καλύτερο να μην κάνω δηλώσεις γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι άλλα θα προγραμματίσω και άλλα θα βγούν, αφού είμαι ότι να ναι σαν άτομο οπότε το αφήνω προς το παρόν. Έτσι κι αλλιώς στάνταρ θα κάνω δηλώσεις στην πορεία, ό,τι και να λέω τώρα. (και αυτό μια δήλωση είναι γαμώ τον μεταμοντερνισμό μου μέσα). Θέλω να πω όμως ότι έχω μερικά σχέδια τα οποία στάνταρ δεν θα τηρήσω. Θέλω να κάθομαι κάθε βδομάδα και να μετράω νεκρούς στις ειδήσεις, ένας νεκρός σκύλος στη λάρισσα δέκα χιλιάδες άνθρωποι σκυλιά γατιά έντομα στη μυανμαρ, ας υπογράψουμε μια διαμαρτυρία για το δήμο λάρισσας. Θέλω να φτιάξω ένα στριπάκι με πρωταγωνιστές ψείρες που θα λένε σουρεάλ ατάκες, μιας και δεν ξέρω να ζωγραφίζω οι ψείρες θα είναι τελίτσες και στα σύννεφα ο διάλογος. Θέλω να μάθω να κάνω ποστ των τριών σειρών των 25 λέξεων της μιας σκέψης. Θέλω να μπορώ να είμαι βαρετός ανούσιος καθημερινός. Θέλω και διάφορα άλλα που ξέχασα γιατί ξεκίνησα να γράφω θέλω και έχω αρχίσει να σκέφτομαι διάφορα άλλα που δεν μαρέσει να γράφω και όταν τα γράφω είναι απλά για να ταιριάζω με τον περίγυρο. Να αυτός είναι ένας ενδιαφέρων σκοπός, να προσπαθήσω να αφήσω όλα αυτά που δεν θέλω να γράφω και τα γράφω απλά από σύμβαση απέξω. Θα τα καταφέρω; μπά, σίγουρα όχι. Τώρα πρέπει να βρω ένα όνομα και να φτιάξω μια σελιδα. Οπότε σταματάω το ποστ εδώ και αρχίζω τη δουλειά στα παρασκήνια. Αν είμαι σύντομος, αυτό το ποστ θα δημοσιευτεί, αν όχι άλλο ένα φάιλ θα κρυφτεί σε ένα φόλντερ για σιγουριά και προστασία, Αχ, αυτοί οι έρωτες των δεδομένων. Μια και ο θάνατος μπήκε στο πετσί μου από νωρίς, ο σικαλάκις και το άλφα κεντάυρου είναι νεκροί. Λονγκ λιβ.



Τελικά βρήκα καμιά πενηνταριά ονόματα κι έφτιαξα τη σελίδα σε μια ώρα, που φαντάζομαι της φαίνεται, αλλά αλλιώς θα συνέχιζα να ψ'αχνω ονόματα και εικόνες οπότε είπα να ξεκινήσω και στο δρόμο κάνουμε τα πλακάκια μπάνιου πιο βατά.