Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

ελληνομανίες

Ένας περίεργος θάνατος στην εφημερίδα της τουαλέτας (ημερολόγια καταστρώματος όπως πλέον έχω μόνιμα συσχετίσει). Σαραντάρης πολωνός κατούρησε τη λάθος ράγα του τρένου, εκείνη που έχει το ηλεκτρικό ρεύμα, και πέθανε ακαριαία από ηλεκτροπληξία. Φυσικά στις λίγες γραμμές, ο συντάκτης έκανε και τα σχόλια του, πάντοτε (υποτίθεται) αντικειμενικά. Ο τυπάς ήταν δάσκαλος που μάλλον ήρθε στο λονδίνο για να βελτιώσει τα αγγλικά του, τουαλέτες μέσα στο σταθμό των τρένων δεν υπάρχουν αλλά υπάρχουν στο σταθμό των λεωφορείων παραπέρα, ο πολωνός μάλλον δεν ήξερε, επειδή είναι από την πολωνία, ότι οι ράγες είναι ηλεκτροφόρες. Να σας πω την πικρή μου αλήθεια, και να ήξερα ότι οι ράγες έχουν ρεύμα, δεν νομίζω να σκεφτόμουν ότι μπορώ τόσο εύκολα να φτιάξω το τέλειο καλώδιο μεταξύ εμού, του πουλίου μου και του ηλεκτρικού ρεύματος. Τώρα φαντάζομαι ότι θα μπει μια καινούργια πινακίδα στους σταθμούς “κίνδυνος-θάνατος μην κατουράτε στις ράγες”.

Το μουσείο πάει καλά, παραπάει καλά. Σε σημείο που όταν έχω ρεπό, μετά από λίγες ώρες νιώθω τρομερά κουρασμένος λες κι έχω κατάθλιψη. Βέβαια να σημειώσω ότι εξαρχής έτρωγα τις θαυματουργές μου βιταμίνες που με κάνουν χαρούμενο, ενώ τώρα που τέλειωσαν έχω εθιστεί σε ένα βαθυπράσινο λατινοαμερικάνικο πλαγκτόν με το όνομα σπιρουλίνα, όπου έχω αυξήσει τη δοσολογία και τρώω τρία χαπάκια πριν αφήσω την εστία μου, και ίσως ευθύνεται κι αυτό για την τόση χαρά και σπίντα τις ώρες δουλειάς. Μάλλον δεν ανέφερα ότι το μουσείο εκτρέφει ένα είδος ελληνικής παροικίας, με δύο ελληνίδες, μια ελληνοαγγλίδα, μια ελληνοαυστραλή, έναν αγγλοκύπριο και μια παντρεμένη με ζακυνθινό, που πηγαινοέρχεται ελλάδα αγλλία, α σόρι και μια γαλλίδα με γκόμενο έλληνα που κάνει κάθε χρόνο διακοπές στην αίγινα (την καημένη) κι έναν πέρση λονδρέζο που πήγε στην κρήτη για κάτι σεμινάρια μουσικής και μου λέει πάντα καλημέρα καλησπέρα και τι κάνεις καλά. Όπως λένε και τα τζάμπο και τρέμουν οι ακροατές, είμαστε παντού.

Και πώς ξέχασα και κάτι που εμένα μου φάνηκε πολύ αστείο γιατί ξύπνησε τον πατριωτισμό μου που νόμιζα ότι είχα ξεριζώσει χρόνια πριν. Γνώρισα και μία Μακεδόνισσα. Από τη Μακεδονία. Μασεντόνια που γράφουν κι οι χάρτες Που ζει οχτώ χρόνια στο Λονδίνο και ακόμη έχει πρόβλημα με τη βίζα της γιατί η ελλάδα δεν αφήνει τη χώρα της να αναγνωριστεί κανονικά. Δεν ξέρει ιστορία δυστυχώς οπότε έχει στο μυαλό της μόνο τη δική της εκδοχή που λέει ότι ζει στη μακεδονία του αρχαίου αλεξάνδρου, αλλά αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα την πραγματικότητα της όπως και την πραγματικότητα της οικογένειας της. Μετά από κείνο το μπούγιο δεκαπέντε χρόνια πριν με τη μακεδονία είναι ελληνική και τα συλλαλητήρια και τους ήλιους της βεργίνας και την προτομή του άλεξ σε διάφορα προϊόντα σε όλα τα καλά περίπτερα (κρεμαστάρια, τράπουλες, ρολόγια κ.λπ.) η ιστορία είχε ξεθυμάνει, ο κόσμος μπαινόβγαινε σχετικά εύκολα και πολλοί έλληνες πήγαιναν στη Μακεδονία για ψώνια ή σύντομες διακοπές. Τώρα τελευταία που ξανάρχισε ο τζερτζελές έχει γίνει πάλι η ζωή τους κόλαση. Μου είπε και μερικές μικρές λεπτομέρειες που με έκαναν να δω πόσες λίγες διαφορές έχουμε, ο αδερφός της πήρε τρελόχαρτο για να αποφύγει το στρατό, όπου ταυτίστηκα καθώς εγώ προσπαθώ να δω τι θα κάνω με το στρατό για να έρθω χωρίς προβλήματα στην ελλάδα (και κυρίως για να φύγω χωρίς προβλήματα), καθώς και ότι όλοι οι κυβερνητικοί υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι και τρώνε λεφτά, που φυσικά μου θύμισε την ελλάδα του 89, που κάποια στοιχεία της ζουν ακόμη στο σήμερα με σκάνδαλα και διαφθορά και φακελάκια και μέσα και μίζες και όλα τα σχετικά.

Μετά αναγκάστηκα να σκεφτώ και πιο γενικά. Πώς όλα τα έθνη κράτη όταν βρίσκονται στη γέννησή τους και για μερικούς αιώνες στη συνέχεια διαμορφώνουν αυτό που λέμε την εθνική τους ταυτότητα, εφευρίσκουν ή συγκεντρώνουν και οργανώνουν διάφορα στοιχεία, που τους κάνουν μια ανεξάρτητη αυτοπροσδιοριζόμενη ενότητα. Τα πιο κλασικά τέτοια στοιχεία είναι η γλώσσα και η θρησκεία. Μετά ακολουθεί η εθνική ιστορία, η καταγραφή του παρελθόντος με την εξιδανίκευση και την ηρωοποίηση συμβόλων-στιγμών που φέρουν την παραπάνω γλώσσα ή έζησαν στο συγκεκριμένο τόπο. Τα σύνορα, που συνήθως καθορίζονται ιστορικά από πολέμους και μεταπολεμικές συμφωνίες, ή κάποιες φορές από οροσειρές, μεγάλα ποτάμια και θάλασσες, παίζουν επίσης ένα σημαντικό ρόλο στις μελλοντικές συστηματικές εθνοποιήσεις. Όπως η “μεγάλη ελλάδα” είναι ένα ανέκδοτο σε έναν μη ιμπεριαλιστή έλληνα του παρόντος, με τον ίδιο τρόπο δεν είναι τόσο αστεία προς το παρόν η “μεγάλη αλβανία” ή η “μεγάλη μακεδονία” σε κάποιο αλβανό ή σλαβομακεδόνα. Και για αυτό κατά τη γνώμη μου ευθύνεται καθαρά ο χρόνος που η συγκεκριμένη χώρα έχει διανύσει στο δρόμο του χτισίματος της εθνικής της ταυτότητας. Η ελλάδα π.χ. έχει τα τελικά της σύνορα από το '22, μετά την “μικρασιατική καταστροφή”, όταν οι έλληνες προσπάθησαν να κάνουν επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη νεοπροσδιοριζόμενη εθνική τουρκία του ατατούρκ και έχασαν παταγωδώς. Η βόρεια ελλάδα μέσα στο 19ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού ήταν μία πολύγλωσση πολυθρησκευτική περιοχή, που έγινε ελληνική μέσα από τους μακεδονικούς και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς επίσης και τις πρακτικές των γερμανών στο δεύτερο παγκόσμιο ενάντια στους εβραίους. Η τουλάχιστον τρίγλωσση και τριθρησκευτική θεσσαλονίκη του 1821 μετά το 1945 ήταν μονόγλωσση και μονοθρησκευτική. Ελληνική. Και ορθόδοξη χριστιανή.

Έτσι η χώρα μας έχει περάσει τις πρώτες της παιδικές ασθένειες από τον πόλεμο για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τον πόλεμο ενάντια στους γερμανούς, και παρόλαυτά θυμάμαι φυλλάδιο νεοδημοκράτη υποψήφιου βουλευτή μετά το 95, (πάνος καμένος, αυτό δεν είναι σχόλιο για τη μνήμη μου είναι το όνομά του και μόνο αυτό, χωρίς σχόλιο) με το χάρτη της μεγάλης ελλάδας, με ινσταμπούλ και σμύρνες και δυρράχια-χειμάρρες κι απόλα. Φαντάσου να είσαι η αλβανία που ξέφυγες από το δικτατοροκομουνισμό λιγότερο από 20 χρόνια τώρα ή η Μακεδονία που πρώτα σφαγιάστηκαν οι διαφορετικές εθνότητες της χώρας πριν γίνεις εσύ ανεξάρτητη επίσης λιγότερο από μια εικοσαετία πριν.

Ούτως ή άλλως, και μην κοροϊδευόμαστε, η ελλάδα είναι προς το παρόν ο μεγάλος κακός ιμπεριαλιστής των βαλκανίων. Όπως σε εμάς μας κακοφαίνεται που η ντόιτσε τέλεκομς αγοράζει ή αγόρασε τον ΟΤΕ (δεν έχω ιδέα τι γίνεται με αυτό οπότε βγάζω το σκασμό και δεν σχολιάζω), οι Μακεδόνες αναρωτιούνται γιατί η κρατική εταιρία τηλεφωνίας της ελλάδας (για τους φίλους πάλι ΟΤΕ), της χώρας που τους έχει γαμήσει διεθνώς, κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό της δικής τους κρατικής εταιρίας τηλεπικοινωνιών. Και φυσικά πέρα από τον ιμπεριαλιστή οτέ υπάρχουν και διάφορες αλυσίδες σούπερμάρκετ και εταιρίες που απλώνονται στα Βαλκάνια για τα φτηνά εργατικά και την αγοραστική δύναμη. Ίσως τελικά όταν ο Λένιν έγραφε στις αρχές του 20ου αιώνα για το μέλλον του διεθνούς καπιταλισμού, βοηθούσε όλες αυτές τις χώρες που δεν ήταν ακόμη ανεπτυγμένες να βρούν και να ακολουθήσουν ένα μπούσουλα για το οικονομικό τους μέλλον.

Έχουμε λοιπόν ένα στρατό που θεωρητικά, έτσι όπως μας τα λένε στο στρατό, μπορεί να αμυνθεί σε μια πιθανή επίθεση της τουρκίας, αγοράζουμε όπλα συστηματικά από όποιον μας τα πουλάει (άσχετα αν τα πουλάει και στους αντιπάλους μας) και προσπαθούμε να ελέγξουμε οικονομικά όλες τις φτωχές γειτονικές μας χώρες. Τι στο διάολο φοβόμαστε από μια χώρα που προβάλει το όνειρο της μεγάλης αλβανίας ή της μεγαλης μακεδονίας? Αφού εμείς ελέγχουμε το παιχνίδι όσον αφορά τους πιο αδύναμους από εμάς. Αν πουχού, ξέρουμε ότι ο μέγας άλεξ μιλούσε ελληνικά, τα οποία και η αυτοκρατορία του διέδωσε σε όλη την ανατολική μεσόγειο, όποιος και να πει ότι η μεσόγειος έγραψε σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα πέραν των ελληνικών και των λατινικών (και των αραβικών φυσικά), θα τον πάρουν με τις ντομάτες. Το ότι εμείς μιλάμε την εξέλιξη αυτής της ελληνικής γλώσσας και για αυτό νιώθουμε δεσμούς με κάποιους που ζούσαν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν στον τωρινό ελλαδικό χώρο και περηφανευόμαστε που το βυζάντιο (που να θυμίσω ιδρύθηκε από ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα) ή οι μακεδόνες κατέλαβαν όλες αυτές τις εκτάσεις είναι φυσικά μέρος της δημιουργίας της δικής μας εθνικής ταυτότητας, οι αδούλωτοι περήφανοι έλληνες, οι ρατσιστές μικροπρεπείς και αγροίκοι, που αγαπάμε να μισούμε γιατί σε αυτή τη χώρα μεγαλώσαμε και αυτοί είναι οι δικοί μας άνθρωποι.

Άσε που αν ρίξεις μια ματιά στο πιάτο του έλληνα βρίσκεις όλη τη μέση ανατολή, και αν κοιτάξεις και τη γλώσσα του βρίσκεις άπειρες τουρκικές λέξεις και φυσικά εκεί ανακαλύπτεις αυτό που ξέχασαν να σου πουν σωστά στο σχολείο, ότι η ελλάδα ήταν μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας για 400 χρόνια, και όσο και να το θέλουμε τέσσερις αιώνες δεν γίνονται τόσο εύκολα σκόνη. Και αυτές οι χαζομάρες για την ψυχή του έλληνα που έμεινε αδούλωτη και διατήρησε τη γλώσσα και τη θρησκεία είναι κι αυτά μέρος της εθνικής ταυτότητας. Δεν προσπάθησε κανείς οθωμανός να καταστρέψει το χριστιανισμό ή τον ιουδαϊσμό, ούτε να ξεριζώσει τις γλώσσες τους από τα μέρη όπου ήταν οι κύριες γλώσσες, απλά ακολουθώντας τη σαρία, το μουσουλμανικό νόμο, επέβαλλε φόρο στους αλλόπιστους και δεν επέτρεπε την εξάπλωση των λάθος δογμάτων, παρόλο που επέτρεπε την ύπαρξή τους επειδή ήταν πρόδρομοι της μοναδικής αληθινής θρησκείας, του Ισλάμ. Στην ισπανία οι καθολικοί αντιθέτως προσπάθησαν να ξεριζώσουν οτιδήποτε μη χριστιανικό, εξορία, πυρά ή βάφτιση ρωτούσαν ευγενικά και αργότερα ακολούθησαν την ίδια πρακτική σε όλη την ευρώπη με όλους τους αιρετικούς. Αν είχαν αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο τους αιρετικούς και οι οθωμανοί ούτε πατριάρχες θα είχαν απομείνει ούτε μεγάλες του γένους σχολες ούτε “κρυφά σχολεία”.

Ξέφυγα ή μου φαίνεται; ναι, ξέφυγα. Τελικά κατάφερα να λέω χωρίς κόπο τη Μακεδόνισσα Μακεδόνισσα παρόλο που θάθελα να έκανα μια συζήτηση μαζί της περί του θέματος αν και δεν φαίνεται να νοιάζεται. Και τώρα μένει να δούμε και τη βόρεια κύπρο να ενώνεται με τη νότια, να τελειώνει και αυτό. Γιατί τελικά στο όνομα της πολιτικής και της διπλωματίας, αφήνουμε επί δεκαετίες απλούς ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα να υποφέρουν για τις αποφάσεις των ανθρώπων που τους εξουσιάζουν και τις συνέπειές τους.


Ρεπό σήμερα (που είναι η επόμενη μέρα από τις προηγούμενες παραγράφους), έχει ελαφρή συννεφιά και ήλιο και ζέστη και υγρασία και ιδρώνω και ξεϊδρώνω ασταμάτητα. Μάλλον δεν θα με συλλάβουν όταν μπω στη χώρα ως ανυπότακτο, αλλά μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία έχω κάτι πρόσθετο για να αγχώνομαι. Επίσης μετακομίζω. Οι υπόλοιποι έφυγαν ήδη οπότε έχω μείνει μόνος στο σπίτι, που θα μπορούσε να ήταν ένα μεγάλο πάρτι αν δεν εγκληματούσαν ανεπανόρθωτα εναντίον μου παίρνοντας το μόντεμ και αφήνοντάς με από το σάββατο χωρίς ίντερνετ, που φυσικά έχω τρελαθεί, αλλά μου δόθηκε και η ευκαιρία να δω μερικές ταινίες που τις είχα εδώ και καιρό σε ντιβιντί και όλο τις απέφευγα για να δώ καμιά χαζομάρα ονλάιν. Επίσης επιτέλους ξανάβαλα να ακούσω μουσική, χόρευα αέρινα ανάμεσα σε κούτες σακούλες και χαρτιά, τελικά ίσως έπρεπε να ασχοληθώ με το χορό όταν το ήθελα. Για τις τελευταίες ταινίες θα έρθει άλλο ποστ με το καλό. Μου κόλλησε ότι πρέπει να κατεβάσω έντιθ πιαφ και νίνα σιμόν, πρέπει να ακούσω λίγη καινούρια μουσική, εννοώ που δεν έχω και τελικά δεν ακούω και πουθενά αλλού. Βασικά θέλω να ακούσω μερικά σχετικά καινούρια πράγματα, καθώς έχω μείνει πίσω, ακόμη και το τρίτο των πόρτισχεντ το άκουσα μόνο μια φορά. Διάβαζα κάτι ωραία πράματα για τους γκογκολ μπορντέλο, ίσως να πρέπει να ασχοληθώ λίγο μαζί τους. Γράφω ό,τι μου κατεβαίνει και καταντάει φαντάζομαι αδιάφορο, οπότε το σταματάω και επανέρχομαι, έτσι κι αλλιώς πρέπει να μεταφέρω τον υπολογιστή στο άλλο σπίτι ώστε να μπορέσω να στείλω το ποστ.

Έλεγα για πλάκα ότι η ζωή μου χωράει σε δύο βαλίτσες, νομίζω όμως ότι πρέπει να ανεβάσω το νούμερο σε τέσσερις, οι οποίες όμως χωράνε τα πάντα, ρούχα παπλώματα κουζινικά βιβλία και λοιπά. Πάω να αδειάσω την τρίτη τώρα και ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω πριν τα μεσάνυχτα καθώς είμαι χαλαρός χαλαρός. Ευτυχώς έχω ήδη μεταφέρει ό,τι χρειάζομαι για να κοιμηθώ στο νέο σπίτι, ενώ έχω αφήσει το λάπτοπ εδώ οπότε αναγκαστικά θα πρέπει να ξανάρθω και τελικά να μείνω εκεί το βράδυ. Άμα δεν υπάρχει κανείς να σε εκβιάσει τριγύρω κάντο μόνος σου. Τα λέμε σε λίγο.


υ.γ.: μην πιστεύετε ποτέ κάποιον που προσπαθεί να μετρήσει σε πόσες βαλίτσες χωράει η ζωή του. Πάτερ αμάρτησα μάλλον χρειάζεται και πέμπτη γεμισά.

Σάββατο, Ιουλίου 12, 2008

Αιχμές 1 (ίσον με κανένα)



Ο καλύτερος τίτλος για μια τέτοια αρχή είναι "δεν μου βγήκε όπως την ήθελα". Αν καταφέρω να βγάλω μια δεύτερη φωτογραφία, ίσως μπορέσω να αλλάξω και αυτή την πρώτη ατάκα.

αυτός, εκείνος και ο άλλος

Παιδιά με το συγνώμη αλλά τον παρακαλάω να γράψει τίποτα τις τελευταίες μέρες, σχεδόν μήνας πάει δηλαδή, και αρνείται πεισματικά. Βασικά για την περίπτωση που ανησυχείτε αν έπαθε τίποτα, καθώς μένει και σε επικίνδυνη πόλη, μια χαρά είναι, απλά γυρνάει κουρασμένος από τη δουλειά όπου από την πολλή κοινωνικότητα είναι σαν να βγήκε κιόλας και έτσι απομονώνεται και βλέπει ταινίες. Πέρσι σερβιτόρος, φέτος μπάτσος της τέχνης και υπηρέτης της αστικής τάξης.
Με το γουόκι τόκι του, τα κλειδιά του και το κατάστιχό του, φοράει το άγριο βλέμμα του, ένα μόνιμο χαμόγελο τρελού και περπατάει πάνω κάτω σε αίθουσες γεμάτες με το παρελθόν των πλουσίων. Όλο διαμάντια, ασήμια, πίνακες, μεγαλοπρεπή έπιπλα και προτομές, πράματα που ποτέ δεν θα μπαιναν στο σπίτι του ή πάνω του αν ζούσε κι εκείνος τότε. Αν είχε σπίτι τέτοιος αχαΐρευτος.

Αν θέλεις να μάθεις πού είναι η τουαλέτα, η έξοδος, οι σκάλες ή και ποιος κρατούσε ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ναγοράσεις, περίμενε να τον δεις να ξεπετάγεται από καμιά γωνία κουνιστός και λυγιστός μες στα μαύρα και θα πάρεις όλες τις απαντήσεις, σε κακά αγγλικά αλλά, πάντοτε ευγενικά. Τόσο ευγενικά που έχει αρχίσει να ανησυχεί με την πάρτη του. Επίσης τόσο ευγενικά, που του παίρνουν τη σειρά στο τρένο όταν τελειώνει τη δουλειά και θέλει να τους χιμήξει να μάθουν πόσο εύκολο είναι να είναι καλοί με τους άλλους ανθρώπους μερικές ώρες την ημέρα.

Μες στο μουσείο, έχει πολύ ελεύθερο χρόνο, και μαζί πολλά ερεθίσματα. Άνθρωποι παντού, μεγάλες - κουραστικά μεγάλες - ατέλειωτες συλλογές και εκθέματα, οι άνθρωποι δεν θέλουν όλοι να ρωτήσουν κάτι όπως εσύ ή δεν θέλουν να φανούν τόσο άχρηστοι ώστε να μην μπορούν να βρουν στο χάρτη την τουαλέτα, τα εκθέματα επίσης δεν θέλουν να ρωτήσουν κάτι, οπότε εκείνος μένει με πολύ ελεύθερο χρόνο αλλά σε ένα περιβάλλον με ζωντανά και νεκρά ερεθίσματα. Μάλλον με ερεθίσματα ζωντανών και νεκρών γιατί τώρα το μυαλό μου μου λέει ότι δεν υπάρχουν νεκρά ερεθίσματα, γιατί τότε τα λένε αναμνήσεις. Βέβαια και το μουσείο είναι γεμάτο αναμνήσεις αλλά όχι δικές του.

Ο ελεύθερος μα όχι νεκρός χρόνος κάνει το μυαλό του να δουλεύει, έγινε πάλι δημιουργικό, φτιάχνει ιδέες πάνω σε υπάρχοντα ερεθίσματα, τις αναπτύσσει ή τις ξεχνάει, νιώθει περίεργα γεμάτος. Κάνει σχέδια να μεταφέρει τις ιδέες στην πραγματικότητα, αλλά προς το παρόν είναι χαρούμενος που μπορεί πάλι να δημιουργεί ασταμάτητα ιδέες. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το χε με την πραγματοποίηση, αλλά η φαντασία του μέχρι πριν από μερικά χρόνια οπότε και της επιτέθηκε προσπαθώντας να τη χρησιμοποιήσει στη δουλειά του ήταν πάντοτε δημιουργική. Αυτό με τη χρήση της φαντασίας στη δουλειά όμως, της έκανε ζημιά της φαντασίας και είχε γίνει απόμακρη και σιωπηλή. Και τώρα πάλι ξαναμιλά. Κι ας μείνουν τα σχέδια στο χαρτί, εκείνος χαίρεται τη στιγμή μέχρι αυτή να χαθεί κι εκείνος να μείνει να την αναπολεί. Όπως πάντα δηλαδή.

Ξεκίνησε να κρατάει σημειώσεις από διάφορα περίεργα και αστεία πράγματα που συμβαίνουν μες στη μέρα του στο μουσείο, αλλά όταν δοκίμασε να τα μεταφέρει στο χαρτί δεν ήταν πια αστεία ή εκείνος βαριόταν με τη διαδικασία. Έτσι σταμάτησε να κρατάει σημειώσεις. Εκτός από χτες που πήγε στην πρεσβεία και μετά από λίγα δευτερόλεπτα είχε αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να καταγράψει το ελληνικό κάλλος, το αρχαίο και αθάνατο, που παρουσιάστηκε μπροστά του. Αλλά ποιος ο λόγος να εκθέτει τη χώρα του σε ανθρώπους που την έχουν ήδη εκτεθειμένη; Είπε τις ιστορίες σε δυο τρεις ξένους με την ελπίδα να τις μεταφέρουν στις επόμενες γενιές των ευρωπαίων για να είναι προετοιμασμένοι όταν χρειαστεί να έρθουν σε επαφή με το ελληνικό δημόσιο ή ελληνικό πολιτισμό που το λένε στα βιβλία του δημοτικού και να μην αρχίσουν το χαρακίρι στο πρώτο δίωρο. Γιατί όσο ναναι και οι υπάλληλοι άνθρωποι είναι και με το αίμα θα σοκαριστούν και δεν θα μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Πάντως εκείνος αποφάσισε ότι πρέπει απαραίτητα να αποκτήσει και κάποια ακόμη εθνικότητα γιατί αν στην περίπτωση ανάγκης χρειαστεί να καταφύγει σε κάποια πρεσβεία, στην ελληνική είναι σίγουρο ότι ο/η ρεσεψιονίστ θα τρώει το καλατσό του και δεν θα του ανοίξει κανείς την πόρτα και ο/η γραμματέας θα έχει πολλή δουλειά για να απαντήσει το τηλέφωνο. Όλα αυτά ήθελε να τα πει στα μούτρα τους, έντονα και δυνατά, με διάφορους μαύρους έλληνες παρέα που έτυχε να είναι εκεί και για κάποιο λόγο τους απευθύνονταν πάντα στον ενικό άσχετα από την ηλικία τους, αλλά έχει διαβάσει κάφκα, και ενθυμούμενος τον κύριο κάπα κατάπιε τα πάντα με δυο ποτήρια δροσερό νερό από τον ψύκτη, μιας κι έχει μόνο ενάμιση μήνα καιρό να φέρει σε πέρας τις δουλειές του και όχι όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Είναι σχεδόν όλη μέρα χαρούμενος, το παρατηρούν οι συγκάτοικοί του, τους έχει πεθάνει στη γκρίνια όλο το χρόνο και τώρα χοροπηδά σαν ακρίδα το καλοκαίρι. “πώς μπορείς να είσαι έτσι όλο το χρόνο;” ρωτάνε αλλά είναι μικροί και δεν ξέρουν ακόμη από ζωή, τουλάχιστον από τη δική του.

Αυτό το διάστημα διαβάζει ένα βιβλίο με αποσπάσματα από ημερολόγια και αυτοβιογραφίες εργατών, υπηρετών και λοιπών από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι και τις αρχές του εικοστού. Μία από τις εργάτριες σε εργοστάσιο πυρομαχικών κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έγραψε την αυτοβιογραφία της σε τρίτο ενικό, “η μαίρη, άμαθη καθώς ήταν από σκληρή δουλειά, δυσκολευόταν να ξυπνήσει το πρωί”. Ίσως γιαυτό του έκατσε τώρα και το ποστ που έκατσε και τογραψε δυο φορές αλλά τάφησε μισό και δεν τοστειλε, με άφησε εμένα να το στείλω. Και φαίνεται να λειτουργεί, τα λέει πιο εύκολα και απότι φαίνεται αυτό το ποστ θα με βάλει τελικά να το στείλω.

Ξαναθυμήθηκε την αγάπη του για τη φωτογραφία. Που γεννήθηκε όταν έβλεπε εικόνες γύρω του ενδιαφέρουσες που μπορούσαν να σχολιάσουν κάτι. Ποτέ δεν έμαθε να τραβάει καλές φωτογραφίες, ποτέ δεν έμαθε να είναι συστηματικός, να τραβάει το ένα φιλμ μετά το άλλο, πάντοτε έλπιζε ότι κάποια στιγμή θα έπιανε τη μηχανή και θα ξεκίναγε μια μεγάλη πορεία στον κόσμο της πραγματικότητας και της ψευτιάς που προσφέρει το κάδρο. Όταν διαδόθηκαν λίγο περισσότερο οι ψηφιακές μηχανές, αγόρασε με τα χίλια ζόρια μία, για να ξεπεράσει το εμπόδιο της βαρεμάρας του να μάθει πώς να εμφανίζει φωτογραφίες. Τελικά η μηχανή με διάφορες δικαιολογίες μένει άπραγη. Τώρα σκέφτεται ότι θέλει μια καλύτερη μηχανή με καλύτερη ανάλυση και επιλογές ώστε να τραβάει καλύτερες φωτογραφίες. Παρόλο που πάντοτε το μεγαλύτερο του πρόβλημα ήταν και είναι το θάρρος να κρατάει και να χρησιμοποιεί μια μηχανή μέσα σε έναν κόσμο που η καταγραφή της εικόνας είναι ένα μέσο κρατικής καταστολής. Τις τελευταίες μέρες που βγαίνει κάθε πρωί από το σπίτι και βλέπει τον κόσμο γύρω του, και όπως σας είπα το μυαλό του δουλεύει, σκέφτηκε μια ενότητα φωτογραφιών. Θα τη λένε “αιχμές”. Αν τελικά την ξεκινήσει θα καταλάβετε πολύ εύκολα γιατί τη βάφτισε έτσι. Επίσης θυμήθηκε και μια άλλη ενότητα που θα έφτιαχνε χρόνια πριν και που σήμερα στο τρένο μετά τις αιχμές σκέφτηκε το όνομα της αν και ακόμη όχι τόσο πετυχημένο. “Ορίζοντας”. Είναι ούτως ή άλλως ωραίο ότι άρχισε πάλι ν α βλέπει εικόνες γύρω του, το αν θα τις κάνει ποτέ πράξη είναι ένα άλλο θέμα.

Α ναι. Στο μουσείο γνώρισε πολλά παιδάκια. Όλως περιέργως είχε συνεχώς την εντύπωση ότι εκτός από τα παπούδια όλοι οι υπόλοιποι ήταν μικρά κι άμαθα. Έτσι τους έβλεπε. Κι ένας ένας λένε και την ηλικία τους. Και είναι ιδίας ή και μεγαλυτέρας. Και μοιάζουν μόλον τούτο μικρότερης. Και φυσικά αποφάσισε να το δικαιολογήσει. Οι συνθήκες, χαμηλός φωτισμός - ελεγχόμενη θερμοκρασία, που εφαρμόζονται για να διατηρούν τα εκθέματα αναλλοίωτα στους αιώνες, τελικά επηρεάζουν και τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί, δεν γηράσκουν όπως ο υπόλοιπος κόσμος έξω από το μουσείο, ο χρόνος κυλά πιο αργά. Και όπως μας έμαθε ο αϊνστάιν, αν για κάποιο λόγο ο χρόνος κυλά πιο αργά από των υπολοίπων, εμείς ζούμε σύμφωνα με τον αργό χρόνο και οι υπόλοιποι τρώνε τη σκόνη μας, για την ακρίβεια εμείς τρώμε τη σκόνη τους στο τέλος. Ο αϊνστάιν μπορεί να μην είπε τίποτα τέτοιο αλλά δεν πειράζει αφού ο ήρωάς μας πιστεύει ότι αυτό συμφωνεί με ό,τι είπε ο αφάνας. Έχει και αποδείξεις. Άρχισε να φοράει ρολόι μετά από πολλά χρόνια, και εκείνο συστηματικά έχανε χρόνο κάθε μέρα. Το πρωί όλα τα ρολόγια στο σπίτι έλεγαν την ίδια ώρα, εφτά και μισή, αλλά την ώρα που έκλεινε το μουσείο το ρολόι χειρός του έλεγε πέντε και μισή αντί για για πέντε και τριανταπέντε. Είναι μόνο πέντε λεπτά, αλλά αν σκεφτείτε τα πεντάλεπτα ενός χρόνου, κάτι μαζεύεται, ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι τρεις μήνες τελικά στα 80. Αλλά παρόλο που θεώρησε ότι είχε ένα ρολόι που του κέρδιζε χρόνο αποφάσισε να πάει να το αλλάξει με ένα που έδειχνε την ώρα στην οποία ζούσαν και οι υπόλοιποι, με την ελπίδα ότι δεν αποποιήθηκε το μαγικότερο ρολόι της ζωής του.