Τρίτη, Οκτώβριος 11, 2011

Ναι ρε, ρεαλιστής


Δεν θα γλυτώσω τόσο εύκολα με το παρελθόν, και γενικά είμαι και της άποψης ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το παρελθόν, ακόμη και αν λίγο σβήσιμο της μνήμης θα μας έκανε πιο ευτυχισμένους ( η αρτηριοσκλήρυνση δε, θα κάνει θαύματα σε αυτό τον τομέα αργότερα).

Πρώτα να βλογήσω τα γένια μου και να πω αυτό που τόσο πολύ θέλω να πω: 
Σας τά λεγα εγώ, κι εσείς το χαβά σας... Ωραία τό πα (και τι έγινε;).


Δεύτερο να διορθώσω κάτι από το προηγούμενο ποστ. Έμεινα με την εντύπωση ότι ήμουν λίγο αρνητικός με τους ανθρώπους που με διάβαζαν (και τους διάβαζα) και καμιά φορά σχολίαζαν, αλλά συχνά όχι. Και επίσης έλεγα για τις ανασφάλειές μου. Έκανα μια επίσκεψη είτε σε παρατημένα μπλογκ είτε σε μετεξελίξεις τους, γενικά δυστυχώς λίγοι παραμένουν συστηματικά ενεργοί στο άθλημα από αυτούς που ακολουθούσα εγώ. Και φυσικά θυμήθηκα κάτι πολύ σημαντικό που για μένα θα ήταν τρομερά άδικο να μην αναφέρω. Ένας πολύ σημαντικός λόγος για τις ανασφάλειές μου ήταν ότι πέρα από τις περιορισμένες αντιδράσεις σε αυτά που έγραφα, ήμουν σε ένα χώρο που δεν έχω καταλάβει πώς είχαν μαζευτεί για ένα διάστημα απίστευτα άτομα που κάναν εκπληκτική δουλειά. Δηλαδή οι ποσότητες χιούμορ, συναισθήματος, σκέψεων, αισθητικής άποψης, γνώσεων, πολιτικής ή απλής αναγνωστικής απόλαυσης που μοιράστηκαν εκείνη την περίοδο είναι τεράστιες, δεν ξέρω αν το χετε συνειδητοποιήσει και όλοι εσείς στους οποίους αναφέρομαι. Και άρα ήταν αρκετά λογικό να τρέφονται οι ανασφάλειές μου όταν προσπαθούσα να σταθώ ανάμεσα σε τέτοιο κόσμο. Βέβαια το σωστό θα ήταν ότι δεν θα έπρεπε να κάνω συγκρίσεις και απλά να δεχόμουν τα γραπτά μου όπως δεχόμουν και των άλλων, αλλά εγώ και τα “σωστά” έχουμε περίεργες σχέσεις ανέκαθεν. Απλά για λόγους δικαιοσύνης έπρεπε να το πω κι αυτό.

Συχνά με κατηγορούν ότι είμαι πεσιμιστής, και γι αυτά που γράφω και για τον τρόπο που σκέφτομαι και για τη συχνή απαισιοδοξία που εκδηλώνω όταν εκφράζομαι για το μέλλον. Από μια άποψη δεν έχουν άδικο, είμαι λάτρης της κατάθλιψης (την οποία μισώ, μισώ, μισώ) και τακτικός επισκέπτης της. Μουσικά, και έχω περάσει αφοσιωμένη φάση νταρκίλας και κατά καιρούς επανέρχομαι σε αυτή, αν και για διαφορετικούς λόγους. Προτιμώ τις λογοτεχνικές και κινηματογραφικές δυστοπίες από τις ουτοπίες. Και στο σινεμά απολαμβάνω συχνά περισσότερο (και με αυτό εννοώ η εντύπωσή τους αντέχει περισσότερο καιρό) τα unhappy endings και τα δράματα που σε χτυπάνε από τον ένα τοίχο στον άλλο αλύπητα.
Φυσικά, όταν βρίσκομαι στο αντίθετο άκρο, της υπέρμετρης χαράς, ενός γαμάουα εαυτού και ατέλειωτης (έτσι φαίνεται τότε, έστω και για λίγο, τι να κάνω;) αισιοδοξίας, σπάνια θα βρεθεί κάποιος να μου την πει (εκτός από τις περιπτώσεις που χοροπηδάω σαν το κατσίκι και ο/η απέναντι παθαίνει ναυτίες. Ακόμη δεν έχω προτείνει δραμαμίνες, και φαντάζομαι αυτό είναι μια σωστή συμβουλή του ενστίκτου επιβίωσής μου). Και τους ABBA μου θακούσω, και χαζοχαρούμενο χόλιγουντ θα δω, και θα χοροπηδάω σαν κατσίκι.

Και φυσικά θα περάσω από όλα τα στάδια στο ενδιάμεσο, για να μην το παρακουράζω τώρα.

Πίσω στον πεσιμισμό μου, άσχετα με το τι δηλώνουν δημόσια (παρόλο που βιώνουν διαφορετικά, πιστεύω) οι γύρω μου, δεν ξεπηδάει από το πουθενά, δεν είναι απλά ένα δείγμα της κυκλοθυμίας μου που θα της δώσεις πρόζακ και θα κοιμηθεί για όσο της τα δίνεις. Είναι και τέτοιο, όπως και με τη χαρά μου δηλαδή, αλλά όχι μόνο ρε φίλε. Έχει πάρα πολύ γερές βάσεις στην πραγματικότητα. Στις εμπειρίες μου που φυσικά χτίζουν μια υποκειμενικότατη αντιμετώπιση κάποιων πραγμάτων από μέρους μου (και άρα εκεί αναγνωρίζω ότι λόγω διαφορετικών εμπειριών, οι γύρω μου μπορεί να βρίσκουν δύσκολο να κατανοήσουν το πού στέκομαι, όπως κι εγώ τις θέσεις εκείνων φυσικά). Σε αυτά που βιώνω καθημερινά, που μπορεί να μη μου επιτρέπουν στο τέλος της ημέρας να τα πάρω με καλό μάτι, γιατί είναι αρνητικά από μόνα τους, χωρίς καμιά βοήθεια από μένα. Στις γνώσεις μου όλα αυτά τα χρόνια που ζω, και που εμπλουτίζονται καθημερινά, και που μου παρουσιάζουν ένα ανθρώπινο είδος, που ιστορικά και αποδεδειγμένα θα επιτρέψουν στις χειρότερες πλευρές της φύσης τους να πάρουν σημαντικές αποφάσεις και που αναλόγως τη δύναμη που έχουν τα εκάστοτε μέλη του μπορείς μετά να μετράς το πόσο κακό έχουν κάνει στον κόσμο.
Εξαιτίας των σπουδών μου αλλά και από πιο πριν, έχω αναπτύξει μια θεώρηση της πραγματικότητας ή οποία μπορεί να βλέπει παραπέρα από το παρόν, πρώτον γιατί χρησιμοποιεί ιστορικά στοιχεία από το παρελθόν, δεύτερον γιατί συντηρεί την ιστορική μνήμη των βιωμάτων μου και ως συνέπεια των παραπάνω αναλύει το παρόν με πιο ολοκληρωμένους όρους από,τι η πλειοψηφία του κόσμου.

Έτσι όταν διαβάζω ας πούμε ότι η αγγλική κυβέρνηση θέλει να περικόψει τα επιδόματα σε ανέργους, ανάπηρους, single γονείς, χαμηλά αμειβόμενους και λοιπά ώστε να αναγκάσει όσους τα παίρνουν από συνήθεια, γιατί προτιμούν λίγα χρήματα και να κάθονται άπραγοι αντί να δουλεύουν και να κερδίζουν μισθό (που είναι ένα πολύ συνηθισμένο επιχείρημα εναντίον των επιδομάτων σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, ακόμη και σε εκείνες που συντηρούν ακόμη το κράτος πρόνοιας), να στραφούν στον “υγιή” κόσμο της εργασίας. Η λογική είναι για μένα εξωφρενική, αλλά ποιος με ακούει εμένα, λέει δηλαδή ότι δίνοντας λιγότερα χρήματα ως επιδόματα, θα κάνεις πιο ελκυστικά τα περισσότερα χρήματα ενός μισθού, ακόμη και του κατώτατου.

Κοίτα τώρα πώς πάει το πράμα.

1)Η εργασία. Είναι ανάγκη, δικαίωμα ή υποχρέωση; Εννοείται πως η σωστή απάντηση είναι ανάγκη. Γιατί; γιατί με κάποιο τρόπο πρέπει να εξασφαλίσεις τη διαβίωση τη δική σου και των μελών της ομάδας σου (ας πούμε οικογένεια, που συνεχίζει να έχει κάποια σημασία και στις μέρες μας), που δεν μπορούν λόγω ηλικίας ή άλλων παραγόντων να εξασφαλίσουν τη δική τους. Είτε μαζεύοντας φρούτα και χόρτα και κυνηγώντας ή καλλιεργώντας και εκτρέφοντας, είτε δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο για ένα μισθό ή στις υπηρεσίες, είτε κλέβοντας από τους έχοντες περισσότερα από σένα και τα λοιπά. Από τη στιγμή που η μη απόκτηση ενός μισθού δεν σου επιτρέπει να επιβιώσεις, η εργασία μεταμορφώνεται σε δικαίωμα, όλοι πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε κάποια εργασία ώστε να ζήσουμε. Η ορθόδοξη μαρξιστική θεώρηση θεωρεί την εργασία ως δικαίωμα, αλλά το πάει λίγο παραπέρα και τη θεοποιεί, πιστεύοντας πως η μισθωτή εργασία είναι απαραίτητο στοιχείο στην ταξική συνειδητοποίηση και ότι άρα κάποιος που δε δουλεύει δεν είναι και πολύ καλό επαναστατικό υποκείμενο (που ευτυχώς έχει κατά πολύ ξεπεραστεί σε αυτό το στοιχείο, αν και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που το πιστεύουν). Η καπιταλιστική θεώρηση, που είναι και η κυρίαρχη, θεωρεί την εργασία ως υποχρέωση, ως κάτι που πρέπει να κάνεις για να είσαι μέλος της κοινωνίας. Εννοείται πως από τη φύση της η καπιταλιστική θεώρηση δεν το κάνει για το καλό των μαζών αλλά γιατί πιστεύει ότι είναι η πιο επικερδής λύση για τα πιο ισχυρά μέλη της κοινωνίας.τα οποία και την ενδιαφέρουν. Και ιστορικά και στην δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, οι καπιταλιστές προσπάθησαν συστηματικά να αποτρέψουν τις μάζες από το να μπορούν να επιβιώνουν ανεξάρτητες από τη μισθωτή εργασία, ενώ στην πορεία μείωναν τους μισθούς των πια εξαρτημένων μισθωτών, ώστε να δουλεύουν περισσότερο για λιγότερα χρήματα, αυξάνοντας διαρκώς φυσικά από την άλλη τις ανάγκες τους για αγαθά, που επί τη γενέσει τους ήταν συχνά πλασματικές.
Συμπέρασμα: Η αγγλική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την εργασία ως υποχρέωση, ενώ εγώ ως δικαίωμα (πάντοτε στον καπιταλισμό). Ιδανικά πιστεύω βέβαια ότι πρέπει να ξαναγίνει ανάγκη, αλλά αυτή τη στιγμή αυτό είναι ουτοπικό.

2)Η ανεργία. Είναι συνέπεια του αδύναμου χαρακτήρα των ανέργων και έλλειψη θέλησης για δουλειά ή κάτι έξω από τον έλεγχο του ατόμου, κάποια εξωτερική δύναμη; Ειλικρινά; και τα δύο αρχικά. Δηλαδή αν δεν χρειάζεται να δουλέψεις και μπορείς να ζήσεις έχοντας όλα τα απαραίτητα που σου έχουν μάθει ότι πρέπει να χεις για να αξίζει η ζωή σου, και μένεις ικανοποιημένος με αυτά και δε θέλεις συνεχώς όλο και περισσότερα, δεν είναι καθόλου απίθανο να προτιμήσεις να μη δουλεύεις, ή να δουλεύεις λίγο σε κάτι που γουστάρεις, η να κάνεις και κάτι τελείως προς τέρψη δική σου (όπως ζωγραφική αυγών, αλλά προσοχή, ποτέ άβραστο και η κότα να είναι ελευθέρας βοσκής, λευκή). Αν όμως είσαι άνεργος στη βρετανία σήμερα, τα λεφτά που σου δίνουν φτάνουν μόνο για τρώς το χειρότερο φαγητό που υπάρχει, να πληρώνεις τους λογαριασμούς (και άμα) και μια μεγάλη τηλεόραση για να βλέπεις τηλεόραση 24/7 (γενικά να σε κάνουν απαθή, ηλίθιο και άρρωστο σωματικά), δε νομίζω ότι ζεις και το όνειρο της ζωής σου. Και αν σου δινόταν η δυνατότητα να δουλεύεις για οχτώ ώρες την ημέρα, αν ερχόταν αύριο και σού λεγε κάποιος έλα δούλεψε για μένα, όχι να ψάχνεις τρία χρόνια για δουλειά και να μη βρίσκεις, και σου δινε τουλάχιστον τα διπλάσια από αυτά που παίρνεις ως άνεργος, αλήθεια; αν γίνονταν όλα αυτά αύριο; πιστεύω ότι η ανεργία θα μειωνόταν τραγικά. Φυσικά δεν υπάρχει κανείς που θα ρθει αύριο να σας προσφέρει δουλειά, και αν ψάξετε για λίγο (ή και μερικά χρόνια σε ορισμένες περιπτώσεις), το πιο πιθανό είναι να βρείτε μια κακοπληρωμένη δουλειά που μετά από φόρους κρατήσεις και λοιπά θα σας αφήνει λίγο παραπάνω χρήματα από το επίδομα ανεργίας (μιλάμε πάντοτε για την αγγλία έτσι; που έχει ακόμη την πολυτέλεια να έχει επίδομα ανεργίας), ενώ θα πρέπει να δουλεύετε και 40 ώρες τη βδομάδα για αυτές τις παραπάνω 100-150 λίρες το μήνα. Η ανεργία όμως στις μέρες μας, δεν είναι ούτε το αποτέλεσμα ύπαρξης κοινωνικού κράτους ούτε η οκνηρότητα των ωφελούμενων από αυτό, είναι ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή των πιστών του καπιταλισμού. Στην εσσδ για παράδειγμα δεν υπήρχε ανεργία (εννοείται πώς δεν προμοτάρω την επιστροφή σε αυτό τον τύπο πολιτεύματος, γιατί είναι σίγουρο ότι εγώ θα την έβγαζα στη σιβηρία). Και αύριο κιόλας αν συμφωνήσουν όλες οι εταιρίες και τα κράτη που εκείνες κυβερνούν ότι θα εξαλείψουν την ανεργία (όσων μπορούν να εργαστούν και πάντοτε μιλάμε για τη δύση), μπορούν να το κάνουν. Αλλά θα σήμαινε πλαφόν στους μισθούς και πολύ λιγότερα εταιρικά κέρδη. Οπότε ούτε οι κυβερνήσεις ούτε και οι εταιρίες (και το χειρότερο, ούτε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που ονειρεύονται τον σταδιακό πλουτισμό τους) έχουν την παραμικρή επιθυμία να το κάνουν.
Συμπέρασμα; η αυξητική τάση της ανεργίας είναι καταρχήν αποτέλεσμα των επιλογών του νεοφιλελεύθερου καταναλωτικού καπιταλισμού. Η συντήρηση των ανέργων ώστε να μην ψοφάνε στο δρόμο πιθανά είναι μια μέθοδος για την αποφυγή εξεγέρσεων.

3)Οι Τόρις, το κόμμα που παίρνει τις αποφάσεις στη βρετανική κυβέρνηση και σχεδιάζει την πολιτική (υποτίθεται ότι είναι και οι Lib Dem μέσα, αλλά στην πραγματικότητα η ατζέντα είναι των τόρις και απλά οι δεύτεροι δεν πρόκειται να ξαναεκλεγούν για την επόμενη δεκαετία τουλάχιστον ή όσο κρατήσει η μνήμη αυτής τους της διακυβέρνησης, αφού πήραν ψήφους από την απογοητευμένη αριστερά του New Labour, που όποτε ακούει lib dem τώρα αρχίζει και τρέμει από οργή και αηδία). Οι Τόρις λοιπόν, ή Συντηρητικό κόμμα, είναι το κατεξοχήν και παραδοσιακό κόμμα που εργάζεται σχεδόν εξολοκλήρου για τα συμφέροντα των μεγαλοαστών και των πλουσίων. Ιστορικά, σιχαίνονται τους φτωχούς (οι οποίοι είναι φτωχοί γιατί είναι ανίκανοι και για κανένα άλλο λόγο), σιχαίνονται το κράτος πρόνοιας (επιδόματα, εθνικό σύστημα υγείας, κατώτατος μισθός κ.λπ.), ένα γιατί είναι νεοφιλελεύθεροι και δύο γιατί πιστεύουν ότι συντηρεί τους φτωχούς, που σιχαίνονται, πιστεύουν ότι το κράτος και οι κρατικές επιχειρήσεις από τη φύση τους είναι κάτι κακό για τους μεγαλοαστούς και άρα πρέπει να το αποδυναμώσουν όσο το δυνατό περισσότερο, ως φυσική συνέχεια στο προηγούμενο, προάγουν τον ιδιωτικό τομέα ο οποίος υποτίθεται ότι με τις κατάλληλες συνθήκες αναπτύσσεται επάπειρον (που είναι φυσικά θεολογικό αποκύημα).
Εννοείται πως όταν μιλάνε δε λένε ότι σιχαίνονται τους φτωχούς ή ότι δουλεύουν για τους πλούσιους, αν το λέγαν αυτοί ή και οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός θα παιρνε τον πούλο. Η Θάτσερ ας πούμε άφησε για πλάκα γύρω στο ένα εκατομμύριο εργάτες άνεργους στην εποχή της, και ολόκληρες πόλεις να παρακμάζουν και να φυτοζωούν για δεκαετίες (οι τυχερές μεταμορφώθηκαν στο νέο μοντέλο του καταναλωτικού καπιταλισμού με πλούσια και υπερανεπτυγμένα κέντρα και προάστια στα όρια της εξαθλίωσης, όπως είναι και το Λονδίνο άλλωστε, οι άτυχες είναι ό,τι πρέπει για να στείλουμε το ελικόπτερο με το οποίο θα προσπαθήσουν να διαφύγουν, όταν με το καλό, οι δικοί μας), δημιουργώντας ταυτόχρονα χρηματιστήρια, κάνοντας ιδιωτικοποιήσεις και πατώντας πάνω στα όνειρα των μικροαστών για να γίνουν πλούσιοι, προωθώντας φυσικά τους μεγαλοαστούς πάντοτε, π.χ. Ο μισθός ενός διευθυντή ήταν το 70 πες 10 φορές ο μισθός του κατώτατου υπαλλήλου, τώρα είναι γύρω στις 50+ φορές υψηλότερος. Εννοείται πως ο μισθός του κατώτατου υπαλλήλου αυτές τις δεκαετίες έχει ας πούμε τριπλασιαστεί, αλλά ταυτόχρονα έχει αυξηθεί κατά πολύ και το κόστος ζωής, δηλαδή σχετικά φτωχός ήταν και τότε και τώρα (πάντοτε βέβαια με τα κριτήρια της φτώχειας της κάθε εποχής). Ο κατώτατος μισθός, που είναι κατοχυρωμένος από το νόμο (και που όταν ξεκίνησε ήταν μια μεγάλη νίκη των εργαζομένων, αλλά εφαρμόζοντας πολύ μικρές αυξήσεις κάθε χρόνο, έχει καταλήξει να συντηρεί τους μισθούς χαμηλά), φτάνει εννοείται ίσα ίσα για να ζεις μια αξιοπρεπή ζωή.
Συμπέρασμα; Οι τόρις γνωρίζουν ότι η πολιτική τους θα οδηγήσει (ήδη οδηγεί) στην αύξηση της ανεργίας (εννοείται επίσημα σκίζουν τα ρούχα τους ότι θα κάνουν τα πάντα για να τη μειώσουν), που σημαίνει ότι θα αυξηθούν κατά εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί που ζητάνε επιδόματα και άρα πρέπει ένα να μειώσουν το κόστος των επιδομάτων (για να μην παραφουσκώσει ο λογαριασμός) και δύο να αναγκάσουν όλους αυτούς τους νέους ανέργους να δεχτούν οποιαδήποτε εργασία με οποιοδήποτε όρο και όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό. Φυσικά τέτοια παιχνίδια δεν δουλεύουν και τους τόρις δεν τους πολυνοιάζει έτσι κι αλλιώς

Σταματάω εδώ, γιατί μπορεί να τραβήξει μέρες αυτό το πράμα. Διαβάζοντας λοιπόν εγώ την είδηση ότι η κυβέρνηση θέλει να κόψει τα επιδόματα, σκέφτομαι τα παραπάνω, μαζί με μερικά ακόμη στοιχεία (όπως π.χ. το γιατί δεν θα αντιδράσουν οι μάζες σε κάτι τέτοιο και δυστυχώς πολλοί θα το αντιμετωπίσουν ως θετική εξέλιξη), και αντί να πω α ωραία θα λυθεί το πρόβλημα των χρόνια ανέργων και τα λεφτά που πάνε στα επιδόματα θα πάνε σε κάτι πιο χρήσιμο, σκέφτομαι ότι ω ρε πούστη μου θα αυξηθούν οι φτωχοί, το έγκλημα, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, ενώ θα εξαθλιωθούν ακόμη περισσότερο οι ήδη φτωχοί. Θα μου πεις, κάτσε ρε φίλε επειδή διάβασες ότι θα κόψουν 50 λίρες το μήνα θα γίνουν όλα αυτά; Ναι, αλλά όχι αύριο, μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.


Αν έρθω και σου πω αύριο λοιπόν, μαλάκα πάμε από το κακό στο χειρότερο, κόβουν τα επιδόματα (και διάφορα άλλα ακόμη που συμβαίνουν, φυσικά), εσύ θα μου πεις ότι είμαι απαισιόδοξος, ενώ εγώ θα ξέρω ότι είμαι απλά ρεαλιστής.

Κυριακή, Οκτώβριος 09, 2011

it's alive! (μάλλον)

Ναι, εντάξει.


Όποιος πάρει είδηση ότι εμφανίζομαι μετά από τόσο καιρό να σηκώσει το χέρι του, θα μου χρειαστει στις (άπειρες) στιγμές ανασφάλειας, που μαζί με μένα σερφάρουν στα κύματα της διάθεσης μου.


Ποιος θα φανταζόταν ότι η υπενθύμιση κάποιου σχεδόν ξεχασμένου συν-μπλογκερ, θα με οδηγούσε ένα βήμα παραπέρα από το να σκεφτώ να κάνω αυτό που κάνω και εντέλει να το κάνω (τρία κάνω, να ταφήσω;).


Και ποιος νοιάστηκε; (αρχίσαμε τη μύξα [κιόλας! {την κάτσαμε...}])


Αλλά ρε γαμώτο, έκατσα και ξαναδιάβασα πράματα των τελευταίων πέντε χρόνων, πράγματα που όταν τα πόσταρα νόμιζα ότι ήταν ανεπαρκή, ανούσια, μη σπουδαία, καθημερινά, που έβρισκα μετά ότι είναι περίπλοκα, έξυπνα, με αρκετό βάθος και ανθεκτικά σε πολλάπλές αναγνώσεις. Και αυτό που βρήκα ήταν καμιά εικοσαριά διαφορετικοί εαυτοί τελείως ξεχασμένοι, τρόποι γραφής και λεξιλόγια, θεματολογίες και γεγονότα, που αν με βάλεις να επαναλάβω δεν πρόκειται να τα καταφέρω. Διαβάζοντας, έφτασα σε στιγμές να μου έρχονται σκέψεις που αν μιλούσαν θα λέγαν μα τι έιπα πάλι ο πούστης μαζί με την ανάμνηση ότι όταν τα γραφα αυτά δεν είχα ποτέ το απαραίτητο κοινό να τα εκτιμήσει, δηλαδή μια χαρά το είχα, και τι κοινό σε όρισμένες περιπτώσεις, αλλά πολύ συχνά έμενα να περιμένω ένα σχολιάκι, που θα εξέφραζε ακριβώς αυτό το παραπάνω, μα τι είπε πάλι ο πούστης, δεν το έπαιρνα και όλη η ανασφάλεια με διέλυε στα εξ ων συνετέθην.



Εδώ και καιρό έχω σταματήσει να γράφω. Προσπάθησα να γράψω μικρές ιστορίες, αλλά φαίνεται ότι θα μου πάρει μερικά χρόνια ακόμη μέχρι να καταφέρω να περνάω τις ιδέες μου από τη θεωρία στην πράξη. Προσωπικά κείμενα επίσης δε μου βγαίνουν. Λίγες μέρες πριν ένας ψι μου ζήτησε να αρχίσω να κρατάω ένα ημερολόγιο ώστε να μπορεσω να βρω απαντήσεις σε αυτά που με παιδεύουν τα τελευταία χρόνια (που φαντάζομαι αν καταφέρω να συνεχίσω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα αναφερθούν κάποια στιγμή κι εδώ). Σαν φυσική συνέχεια, άρχισα να σκέφτομαι και αυτή την πλευρά μου το πως προσπαθούσα να επικοινωνήσω μέσω της γραφής και πως συχνά στη ζωή μου αποδεικνυόταν ότι κυρίως μέσω της γραφής επικοινωνώ πραγματικά και ολοκληρωμένα αυτά που νιώθω και σκέφτομαι σε αντίθεση με τη φυσική μου ύπαρξη στον κόσμο εκεί έξω, που πάντοτε νιώθω ότι είναι ανεπαρκής και λειψή. Τέλοσπάντων μαζί με το ημερολόγιο αποφάσισα ότι είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσω να ξαναξεκινήσω να γράφω και φυσικά πια ξέρω ότι προσπαθώντας να γράφω για ένα αόρατο κοινό πιθανά θα αναγκαστώ να γράφω κάτι ακόμη κι αν στο τέλος το κρατάω για την πάρτη μου. Και όπου βγει και αυτή τη φορά και όπως προχωρήσει.



Πάντως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, όποιος τύχει και διαβάσει αυτά που γράφονται και τουτης αρέσουν, μην ξεχνάτε να το λέτε, δεν χρειάζονται έξυπνα σχόλια, ούτε και πολλά αν δεν έχετε όρεξη, κι ένα γαμωεμότικον μου αρκεί για να θυμάμαι αυτά που ήδη ξέρω και να καταφέρνω να ξεπερνάω τις φάσεις μου που είμαι ο πιο ηλίθιος και άχρηστος άνθρωπος στον πλανήτη. Και ανοιχτός σε κριτική είμαι και σε διαφωνίες και απόλα. Αλλά θέλω να ξέρω ότι δεν κυνηγάω ανεμόμυλους εντελώς μόνος μου.


Και μετά από όλα αυτά, εννοείται ότι μπορεί και να μην ξαναγράψω τίποτα για τα επόμενα δυο χρόνια, που για μένα έχει την πλακα του από μόνο του, να κάθομαι να δικαιολογώ την απουσία, να ανακοινώνω επανεμφάνιση, να ζητάω προσοχή και αφοσίωση, και να εξαφανίζομαι. 

 Με αντιπάθησα ήδη...



Κυριακή, Φεβρουάριος 01, 2009

δυόμιση μήνες μετά

Βρήκα μονάχα το λόγο αυτό για να ξαναγράψω κάτι. Χιονίζει.
Με ένα διαολεμενο κρύο εδώ και ένα μήνα, επιτέλους απόψε χιονίζει, κι ονειρεύομαι βόλτες σε πάρκα και φωτογραφίες, και συναντήσεις με φίλους που ξέγιναν από φίλοι αλλά τόσο εύκολα θα ξαναγίνουν.
Για άλλη μια φορά προσπαθώ να εξηγήσω γιατί στο διάβολο, χαίρομαι τόσο πολύ όταν χιονίζει.
Μην είν' το χρώμα το λευκό, μην είν' οι άσπροι κάμποι, μην είναι βόλτες ξέγνοιαστες, και το χειμερινό ταγιάζι;
Νομίζω το διαγωνισμό ακρότητας σε κύκλους ανθρώπων που πιστεύουν σε νορμάλ ψυχικές υποστάσεις, κερδίζει η προσωπική μου σουπα περί οργόνων. Ο σωστός ψυχοπαθής δεν παίρνει μια θεωρία ως έχει και την πιστεύει, αντιθέτως την μετατρέπει ώστε να ταιριάζει με τις σκέψεις του. Έτσι λοιπόν, το χιόνι μεταφέρει θετικές οργόνες στην επιφάνεια της γης, προκαλώντας μου εμένα αυτή την περίεργη χαρά. Βέβαια αν προσπαθήσω να πείσω και έναν ισλανδό για αυτή μου την παρατήρηση, πολύ σωστά θα μου πει ότι ο ήλιος έχει αυτή την επίδραση και ότι οι δικές του οργόνες, οι ισλανδικές, πάνε στην επιφάνεια όταν έχει καλό καιρό. Θα χαρούμε και οι δύο που ξέρουμε τις οργόνες μας και θα ζήσουμε χάπιλι έβερ άφτερ, εκείνος στην αγγλία κι εγώ στην ισλανδία.
Τέλοσπάντων καλή η ψυχοπάθεια αλλά δεν μπορεί να είναι και η μόνη μου φίλη.
Το λευκό χρώμα και το γεγονός ότι αντανακλά το φως, δημιουργώντας ετσι μια πιο φωτεινή μέρα, και μια λυκοφώτεινη νύχτα, είναι επίσης στοιχεία που ίσως να φταίνε για αυτή τη χιονομανία μου. Βέβαια αν με πετάξεις σε καμιά σαχάρα για κάνα τρίωρο, ίσως να μετανιώσω που μίλησα έτσι για το φως.
Η άλλη εξήγηση είναι οι αναμνήσεις. Αυτή μάλλον ικανοποιεί και τον κολλητό από την ισλανδία (έχουμε ανταλλάξει όρκους, αλλα είμαι ακόμη λίγο επιφυλακτικός ως προς τη συναντηση με τους γονείς του). Οι χιονισμενες μέρες της ζωής μου. Αν το καλοσκεφτώ αυτό είναι ισχυρό χαρτί. Γενικά τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έζησα σε ψιλοβουπού, οπότε όποτε χιόνιζε στην αττική, εγώ δεν είχα σχολείο, δεν είχα σχολή και κάποιες φορές δεν είχα και δουλειά, γιατί παρόλο που αν ήθελα μπορούσα να πάω στη δουλειά, οι δρόμοι ήταν κλειστοί και λεωφορεία δεν περνούσαν (αλλά στο χιλιόμετρο ήταν η κηφισίας). Έτσι οι χιονισμένες μου μέρες ήταν μέρες γιορτής και σχόλης. Βόλτες, χιονάνθρωποι και πόλεμοι, ζεστές σοκολάτες, ρακόμελα, σεξ, γενικά είτε με παρέα είτε όχι, ωραία πράματα. Θυμάμαι μια παραμονή πρωτοχρονιάς, καμιά δεκαριά θα ήμουν, που χιόνιζε διαολεμένα όλη νύχτα, και το σπίτι ήταν γεμάτο με αγαπημένους ανθρώπους. Αυτή είναι μια εικόνα που θα αναπολούσα μετά, λόγω των άτυχων συνθηκών που επακολούθησαν στη ζωή μου. Στην εμπειρία μου από χιόνια, στην αττική θυμίζω, και όχι σε κάποιο ορεινο χωριό χωρίς ηλεκτρικό και με δυο μέτρα χιόνι έξω από την πόρτα σου, όλοι οι άνθρωποι γίνονταν ίσοι, όλοι έπαιζαν, όλοι έκαναν βόλτα, τα φύλα και οι ηλικίες και τα προσωπικά προβλήματα και οι καθημερινότητες είχαν πολύ μικρότερη σημασία από,τι την ημέρα που το χιόνι εξαφανιζόταν και όλοι και όλα επανέρχονταν στην κανονική τους λειτουργία.
Παρόλαυτά, δεν ξέρω αν είναι αρκετό το να δικαιολογήσω αυτή την αγάπη μου για το χιόνι με την εξιδανίκευση κάποιων παλιότερων αναμνήσεών μου. Και αυτό γιατί τεράστιο ρόλο παίζει και η στιγμή που χιονίζει, και οι αισθήσεις μου και οι σκέψεις εκείνη την ώρα, τώρα ή λίγες ωρες μετά, που ήδη ονειρεύομαι πώς θα είναι.
Να, μόλις τώρα πήγα και άνοιξα την πίσω πόρτα, και αντίκρυσα το θεϊκό θέαμα των πέντε εκατοστών καθαρών στο φωτεινό μας κήπο. Με τις παντοφλίτσες μου (που αγκαλιάζουν τις πατουσίτσες μου, χαϊδευτικό για τα σαραπέντε νούμερο κάτω άκρα μου) και χωρίς παλτό, σχεδόν χοροπηδώντας, άρχισα να πατάω αυτό το απίστευτο υλικό. Σε κάθε βήμα είχα τον ήχό του χιονιού κάτω από τα πόδια μου να πιέζεται, χρούτς χρούτς, και ταυτόχρονα αυτό το ξένο λευκό θέαμα, μαζί με έναν τελείο δικό του ήχο. Τα χιονισμένα τοπία εκπέμπουν έναν συγκεκριμένο ήχο που φυσικά δεν μπορώ να αποδώσω. Είναι σαν να τρέφονται μαζί πολλές από τις αισθήσεις μου, η ορασή μου, η ακοή μου, η όσφρησή μου, γιατί φυσικά τα χιονισμένα τοπία έχουν μια ιδαίτερη μυρωδιά. Ίσως τελικά αυτό να είναι μια εξήγηση, οι αισθήσεις μου προσλαμβάνουν στοιχεία που είναι άκρως συνδεδεμένα με τις χιονοπτώσεις, και που λόγω της σπανιότητάς των, με γεμίζουν με αυτή την ανυπομονησία, με κάνουν να κοιτάζω κάθε πέντε λεπτά να δω αν άλλαξε κάτι, παρόλο που άσπρο ήταν πριν άσπρο και τώρα.
Πόσο πολύ πιέζομαι για να βρώ γιατί νιώθω καλά.
Χιονίζει.

Μερικές σημειώσεις:
Θα μάθω ποτέ να βρίσκω λέξεις για να εκφράζω το τι νιώθω;
Υπάρχει κανένας λόγος για να ξαναγυρίσω στην ελλάδα; Εννοώ καμιά ελπίδα να ζήσω κανονικά, χωρίς να αναλώνομαι σε ερωτήματα του τύπου, πώς στο διάολο θα πληρώσω νοίκι και λογαριασμούς;
Υπάρχει περίπτωση ποτέ, όποτε, όλοι εκείνοι που εξαγριωμένοι βρέθηκαν στους δρόμους για τρεις μέρες τώρα πριν από πέντε δέκα είκοσι πενήντα χρόνια, να σταματήσουν να ξεχνάνε τους λόγους που τους εβγαλαν από την καθημερινότητά τους, και να την αλλάξουν τελικά αυτή τη γαμημένη την καθημερινότητά τους; Γιατί πραγματικά λυπάμαι, που για άλλη μια φορά βλέπω αριστερούς και αναρχικούς, είτε να μιλάνε για την επανάσταση (που ποτέ δεν έγινε) είτε μόνοι τους να κάνουν δράσεις που μαθαίνονται μόνο από τους παρευρισκόμενους και τους ενδιαφερόμενους, καθώς όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στα γεγονότα επέστρεψαν και πάλι ως συνήθως στα αυγά τους.
Ως πότε θα ανεχόμαστε τον κάθε μαλάκα να αποφασίζει ότι κάποιος λαός δεν του αρέσει, ότι κάποια χώρα πάει λάθος, ότι εκείνος είναι ο σωστός, κι ότι εκείνος θα επιβάλλει τη λύση του;
Μεταξύ του να σφάξω δυο τρεις ή να πεθάνω εγώ, η οργή μου μου λέει να σκοτώσω όσους περισσότερους μπορώ πριν να σκοτωθώ. Μήπως θα μπορούσε κάποιος να με βοηθήσει να μη θέλω να σφάξω όλους αυτούς τους κρετίνους;
Θα συνεχίσω να λέω το ποίημα μου, όχι γιατί το πιστεύω αλλά γιατί το ονειρεύομαι. "Κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει στο σάπιο βασίλειο του πράματος που ονομάζεται ελλάδα". Τέλος του στίχου


Χιονίζει. Είμαι χαρούμενος. Όχι λωτοφάγος.

Καλή ανάσταση.

Τετάρτη, Νοέμβριος 19, 2008

2008

Και τέλος, προς επικαιρότηταν. Για όσους δεν σκέφτονται ότι δεν πρόκειται να καταλήξουν εκεί και το θεωρούν δεδομένο.

Κατηγορήστε τον σπέις για τη μεμοραμπίλια διάθεση, κι εγώ θα με κατηγορήσω για την άγνοια (συνεχίστε να αγνοείτε τη συνοδεία της μουσικής, ή όχι, δώσε βάση στα ίου ίου, εκσπερματώνει ουρλιάζοντας, πουτάνα).

18 νοέμβρη μπορεί και δεκαεννιά

Δεν θα πω τίποτα, Γιατί δεν μου αξίζει και δεν τολμάω. Απλά σε όσους έχουν το θάρρος να συνεχίζουν εύχομαι καλη λευτεριά, και καλή ανάσταση. Ιδέες και όνειρα, ιδεολογίες. (παρακαλώ αγνοήστε τη γκυντεμπορική διαδοχή εικόνων, ή μην την αγνοήσετε)

Δευτέρα, Νοέμβριος 10, 2008

το τέρας χωρίς όνομα

Δίνουμε ονόματα στα τέρατα για να τα εξημερώσουμε. Τους πιο σκοτεινούς μας εαυτούς, εκείνους που μπορούν απελευθερωμένοι από κοινωνικές συμβάσεις και από φόβο να μας μετατρέψουν στα πιο άγρια πλάσματα, χωρίς ηθική και συνείδηση, αυτούς τους εαυτούς ονομάζουμε τέρατα και τους κλειδώνουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε. Τους δίνουμε ονόματα γιατί έτσι μόνο μπορούμε να τα ελέγξουμε. Σε όλα τα πράγματα έχουμε μάθει να δίνουμε ονόματα. Είναι το στοιχείο που μας κρατάει συνδεδεμένους με την πραγματικότητα. Διαφορετικά θα χάναμε την επαφή μαζί της. Ό,τι μένει ανείπωτο κυλάει ρευστό, δεν εγκλωβίζεται από τη σκέψη μας, επαναλαμβάνεται, στέκεται για λίγο, μα πάλι στο τέλος αποδρά από τη συνειδητή μας καθημερινότητα. Μπορεί να μας ελέγχει ή να το ελέγχουμε, να μας εκπλήσσει, να μας τρομάζει, πάντοτε όμως άπιαστο.


Το τέρας μέσα μου ουρλιάζει. Μου προσφέρει τα πάντα για να το αφήσω ελεύθερο. Δεν ξέρω αν αντιστέκομαι από συνήθεια ή από φόβο. Ή αν τελικά υπάρχει κάτι που είναι έμφυτο και που νοιάζεται για το περιβάλλον μου. Που προστατεύει το περιβάλλον μου από εμένα.

Πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος να το αποκτήσουμε. Και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε ικανοί να ζήσουμε για πάντα μαζί του. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν μερικές αποφάσεις που δεν αναιρούνται, που δεν διορθώνονται. Οι δικαιολογίες μπορεί να είναι ευφυείς μα στην πράξη δεν είναι παρά μόνο αυτό, δικαιολογίες για να ταΐσουν τις τύψεις μας που στήσαμε τέτοιους εαυτούς, που πήραμε αυτές τις αποφάσεις, που κάναμε εκείνες τις επιλογές.

Σαν μαριονέτες, χαρούμενες και θλιμμένες χάρτινες μορφές, τα νήματα δεμένα σε άγνωστα δάχτυλα, χιλιάδες διαφορετικά δάχτυλα, σαν μαριονέτες χοροπηδάμε σκύβουμε γελάμε και κλαίμε, μα η παράσταση δεν είναι δική μας ακόμη κι αν είμαστε πρωταγωνιστές. Τα χειροκροτήματα δεν είναι για μας, η μουσική μόνο μια πρόφαση για να δικαιολογεί τις πράξεις μας, τα βλέμματα που καρφωμένα πάνω μας μας έκαναν να νιώσουμε το κέντρο του κόσμου, όσο ξεστομίζαμε πράγματα που δεν θέλαμε να πούμε, που δεν μας ρώτησε κανείς αν θέλουμε να πούμε, εκείνα τα βλέμματα στρέφονται και κοιτάζουν ψηλά μόλις πεθαίνουμε, στο τέλος της παράστασης. Κοιτάζουν το δημιουργό μας.


Όταν αποφασίζει κανείς ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τον ίδιο, ή από τους ανθρώπους γύρω του, όταν σκοτώνει θεούς και δυνάμεις και κάθε έννοια μεταφυσικής,όταν αποφασίζει πως τα νήματα είναι απλά κατασκευάσματα κάποιου στοργικού παππού σε ένα ακόμη παιδικό παραμύθι, φτάνει σε αυτό το ιδιαίτερο σταυροδρόμι της λεγόμενης αυτογνωσίας, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στάση στην πορεία προς το θάνατο. Μπροστά έχει δυο βασικές επιλογές, και άπειρες φυσικά ενδιάμεσες οδούς. Η μία ποτισμένη με δηλητήριο οδηγεί στο τίποτα, σε αυτό που οι ινδοί ονόμασαν μηδέν, στη μη ελπίδα, στο μη μέλλον, σε ένα παρόν άσκοπο και ανούσιο, όπου όλα είναι εφικτά και όλα επιτρέπονται, και τίποτα δεν επηρεάζει τα μελλούμενα, γιατί τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά, μόνο η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Η άλλη στρωμένη με αγκάθια περιλαμβάνει μια αγκιστρωμένη πολύ βαθιά φαντασίωση. Προδιαγράφει ένα τέλειο μέλλον, μακρινό ανεπίτευκτο ουτοπικό. Δίνουμε στην τελειότητα μια μελλοντική κατοικία όπου κάποιοι μακρινοί μας απόγονοι θα μπορούν να μείνουν και να γευτούν τα καλά της κουζίνας της. Και φτιάχνοντας αυτό το μακρινό όνειρο, προσπαθούμε να ζούμε κατευθυνόμενοι προς αυτό, κατασκευάζοντας μια προσωπική ηθική που ελέγχει τις αποφάσεις μας ενάντια στα ένστικτά μας. Εκεί ζεις με τη φαντασίωση ότι για κάποιο λόγο τα τέρατα θα σιωπήσουν για λίγο και θα σε αφήσουν να μιλήσεις, να σκεφτείς και να κινηθείς ανάλογα.

Το πιο εύκολο πάντως είναι να μην κάνουμε τίποτα. Να αφήνουμε τις καταστάσεις να αποφασίζουν για μας, να ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, να ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιβάλλει το περιβάλλον μας όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτούς αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζουμε μικρές δόσεις ευτυχίας αφημένες εδώ κι εκεί σε αυτό το παράλογο κυνήγι του θησαυρού, που όπως και όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι δεν μας οδηγεί πουθενά.

Μερικές φορές το τέρας μέσα μου φαντάζει η μόνη δυνατή πορεία προς μια νοητή ελευθερία. Η πείνα του, η απληστία του, η καταστροφική του μανία, θανατηφόρα για τους άλλους φαντάζει λυτρωτική για μένα. Αρκεί να το αφήσω ελεύθερο. Μα είναι αυτός ο φοβος ότι αν το αφήσω, μετά θα με ελέγχει, θα πάρει τον έλεγχο. Λες και τώρα ελέγχω εγώ τη ζωή μου. Λες και τωρα παίρνω τις αποφάσεις εγώ.