Κυριακή, Φεβρουάριος 01, 2009

δυόμιση μήνες μετά

Βρήκα μονάχα το λόγο αυτό για να ξαναγράψω κάτι. Χιονίζει.
Με ένα διαολεμενο κρύο εδώ και ένα μήνα, επιτέλους απόψε χιονίζει, κι ονειρεύομαι βόλτες σε πάρκα και φωτογραφίες, και συναντήσεις με φίλους που ξέγιναν από φίλοι αλλά τόσο εύκολα θα ξαναγίνουν.
Για άλλη μια φορά προσπαθώ να εξηγήσω γιατί στο διάβολο, χαίρομαι τόσο πολύ όταν χιονίζει.
Μην είν' το χρώμα το λευκό, μην είν' οι άσπροι κάμποι, μην είναι βόλτες ξέγνοιαστες, και το χειμερινό ταγιάζι;
Νομίζω το διαγωνισμό ακρότητας σε κύκλους ανθρώπων που πιστεύουν σε νορμάλ ψυχικές υποστάσεις, κερδίζει η προσωπική μου σουπα περί οργόνων. Ο σωστός ψυχοπαθής δεν παίρνει μια θεωρία ως έχει και την πιστεύει, αντιθέτως την μετατρέπει ώστε να ταιριάζει με τις σκέψεις του. Έτσι λοιπόν, το χιόνι μεταφέρει θετικές οργόνες στην επιφάνεια της γης, προκαλώντας μου εμένα αυτή την περίεργη χαρά. Βέβαια αν προσπαθήσω να πείσω και έναν ισλανδό για αυτή μου την παρατήρηση, πολύ σωστά θα μου πει ότι ο ήλιος έχει αυτή την επίδραση και ότι οι δικές του οργόνες, οι ισλανδικές, πάνε στην επιφάνεια όταν έχει καλό καιρό. Θα χαρούμε και οι δύο που ξέρουμε τις οργόνες μας και θα ζήσουμε χάπιλι έβερ άφτερ, εκείνος στην αγγλία κι εγώ στην ισλανδία.
Τέλοσπάντων καλή η ψυχοπάθεια αλλά δεν μπορεί να είναι και η μόνη μου φίλη.
Το λευκό χρώμα και το γεγονός ότι αντανακλά το φως, δημιουργώντας ετσι μια πιο φωτεινή μέρα, και μια λυκοφώτεινη νύχτα, είναι επίσης στοιχεία που ίσως να φταίνε για αυτή τη χιονομανία μου. Βέβαια αν με πετάξεις σε καμιά σαχάρα για κάνα τρίωρο, ίσως να μετανιώσω που μίλησα έτσι για το φως.
Η άλλη εξήγηση είναι οι αναμνήσεις. Αυτή μάλλον ικανοποιεί και τον κολλητό από την ισλανδία (έχουμε ανταλλάξει όρκους, αλλα είμαι ακόμη λίγο επιφυλακτικός ως προς τη συναντηση με τους γονείς του). Οι χιονισμενες μέρες της ζωής μου. Αν το καλοσκεφτώ αυτό είναι ισχυρό χαρτί. Γενικά τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έζησα σε ψιλοβουπού, οπότε όποτε χιόνιζε στην αττική, εγώ δεν είχα σχολείο, δεν είχα σχολή και κάποιες φορές δεν είχα και δουλειά, γιατί παρόλο που αν ήθελα μπορούσα να πάω στη δουλειά, οι δρόμοι ήταν κλειστοί και λεωφορεία δεν περνούσαν (αλλά στο χιλιόμετρο ήταν η κηφισίας). Έτσι οι χιονισμένες μου μέρες ήταν μέρες γιορτής και σχόλης. Βόλτες, χιονάνθρωποι και πόλεμοι, ζεστές σοκολάτες, ρακόμελα, σεξ, γενικά είτε με παρέα είτε όχι, ωραία πράματα. Θυμάμαι μια παραμονή πρωτοχρονιάς, καμιά δεκαριά θα ήμουν, που χιόνιζε διαολεμένα όλη νύχτα, και το σπίτι ήταν γεμάτο με αγαπημένους ανθρώπους. Αυτή είναι μια εικόνα που θα αναπολούσα μετά, λόγω των άτυχων συνθηκών που επακολούθησαν στη ζωή μου. Στην εμπειρία μου από χιόνια, στην αττική θυμίζω, και όχι σε κάποιο ορεινο χωριό χωρίς ηλεκτρικό και με δυο μέτρα χιόνι έξω από την πόρτα σου, όλοι οι άνθρωποι γίνονταν ίσοι, όλοι έπαιζαν, όλοι έκαναν βόλτα, τα φύλα και οι ηλικίες και τα προσωπικά προβλήματα και οι καθημερινότητες είχαν πολύ μικρότερη σημασία από,τι την ημέρα που το χιόνι εξαφανιζόταν και όλοι και όλα επανέρχονταν στην κανονική τους λειτουργία.
Παρόλαυτά, δεν ξέρω αν είναι αρκετό το να δικαιολογήσω αυτή την αγάπη μου για το χιόνι με την εξιδανίκευση κάποιων παλιότερων αναμνήσεών μου. Και αυτό γιατί τεράστιο ρόλο παίζει και η στιγμή που χιονίζει, και οι αισθήσεις μου και οι σκέψεις εκείνη την ώρα, τώρα ή λίγες ωρες μετά, που ήδη ονειρεύομαι πώς θα είναι.
Να, μόλις τώρα πήγα και άνοιξα την πίσω πόρτα, και αντίκρυσα το θεϊκό θέαμα των πέντε εκατοστών καθαρών στο φωτεινό μας κήπο. Με τις παντοφλίτσες μου (που αγκαλιάζουν τις πατουσίτσες μου, χαϊδευτικό για τα σαραπέντε νούμερο κάτω άκρα μου) και χωρίς παλτό, σχεδόν χοροπηδώντας, άρχισα να πατάω αυτό το απίστευτο υλικό. Σε κάθε βήμα είχα τον ήχό του χιονιού κάτω από τα πόδια μου να πιέζεται, χρούτς χρούτς, και ταυτόχρονα αυτό το ξένο λευκό θέαμα, μαζί με έναν τελείο δικό του ήχο. Τα χιονισμένα τοπία εκπέμπουν έναν συγκεκριμένο ήχο που φυσικά δεν μπορώ να αποδώσω. Είναι σαν να τρέφονται μαζί πολλές από τις αισθήσεις μου, η ορασή μου, η ακοή μου, η όσφρησή μου, γιατί φυσικά τα χιονισμένα τοπία έχουν μια ιδαίτερη μυρωδιά. Ίσως τελικά αυτό να είναι μια εξήγηση, οι αισθήσεις μου προσλαμβάνουν στοιχεία που είναι άκρως συνδεδεμένα με τις χιονοπτώσεις, και που λόγω της σπανιότητάς των, με γεμίζουν με αυτή την ανυπομονησία, με κάνουν να κοιτάζω κάθε πέντε λεπτά να δω αν άλλαξε κάτι, παρόλο που άσπρο ήταν πριν άσπρο και τώρα.
Πόσο πολύ πιέζομαι για να βρώ γιατί νιώθω καλά.
Χιονίζει.

Μερικές σημειώσεις:
Θα μάθω ποτέ να βρίσκω λέξεις για να εκφράζω το τι νιώθω;
Υπάρχει κανένας λόγος για να ξαναγυρίσω στην ελλάδα; Εννοώ καμιά ελπίδα να ζήσω κανονικά, χωρίς να αναλώνομαι σε ερωτήματα του τύπου, πώς στο διάολο θα πληρώσω νοίκι και λογαριασμούς;
Υπάρχει περίπτωση ποτέ, όποτε, όλοι εκείνοι που εξαγριωμένοι βρέθηκαν στους δρόμους για τρεις μέρες τώρα πριν από πέντε δέκα είκοσι πενήντα χρόνια, να σταματήσουν να ξεχνάνε τους λόγους που τους εβγαλαν από την καθημερινότητά τους, και να την αλλάξουν τελικά αυτή τη γαμημένη την καθημερινότητά τους; Γιατί πραγματικά λυπάμαι, που για άλλη μια φορά βλέπω αριστερούς και αναρχικούς, είτε να μιλάνε για την επανάσταση (που ποτέ δεν έγινε) είτε μόνοι τους να κάνουν δράσεις που μαθαίνονται μόνο από τους παρευρισκόμενους και τους ενδιαφερόμενους, καθώς όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στα γεγονότα επέστρεψαν και πάλι ως συνήθως στα αυγά τους.
Ως πότε θα ανεχόμαστε τον κάθε μαλάκα να αποφασίζει ότι κάποιος λαός δεν του αρέσει, ότι κάποια χώρα πάει λάθος, ότι εκείνος είναι ο σωστός, κι ότι εκείνος θα επιβάλλει τη λύση του;
Μεταξύ του να σφάξω δυο τρεις ή να πεθάνω εγώ, η οργή μου μου λέει να σκοτώσω όσους περισσότερους μπορώ πριν να σκοτωθώ. Μήπως θα μπορούσε κάποιος να με βοηθήσει να μη θέλω να σφάξω όλους αυτούς τους κρετίνους;
Θα συνεχίσω να λέω το ποίημα μου, όχι γιατί το πιστεύω αλλά γιατί το ονειρεύομαι. "Κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει στο σάπιο βασίλειο του πράματος που ονομάζεται ελλάδα". Τέλος του στίχου


Χιονίζει. Είμαι χαρούμενος. Όχι λωτοφάγος.

Καλή ανάσταση.

Τετάρτη, Νοέμβριος 19, 2008

2008

Και τέλος, προς επικαιρότηταν. Για όσους δεν σκέφτονται ότι δεν πρόκειται να καταλήξουν εκεί και το θεωρούν δεδομένο.

Κατηγορήστε τον σπέις για τη μεμοραμπίλια διάθεση, κι εγώ θα με κατηγορήσω για την άγνοια (συνεχίστε να αγνοείτε τη συνοδεία της μουσικής, ή όχι, δώσε βάση στα ίου ίου, εκσπερματώνει ουρλιάζοντας, πουτάνα).

18 νοέμβρη μπορεί και δεκαεννιά

Δεν θα πω τίποτα, Γιατί δεν μου αξίζει και δεν τολμάω. Απλά σε όσους έχουν το θάρρος να συνεχίζουν εύχομαι καλη λευτεριά, και καλή ανάσταση. Ιδέες και όνειρα, ιδεολογίες. (παρακαλώ αγνοήστε τη γκυντεμπορική διαδοχή εικόνων, ή μην την αγνοήσετε)

Δευτέρα, Νοέμβριος 10, 2008

το τέρας χωρίς όνομα

Δίνουμε ονόματα στα τέρατα για να τα εξημερώσουμε. Τους πιο σκοτεινούς μας εαυτούς, εκείνους που μπορούν απελευθερωμένοι από κοινωνικές συμβάσεις και από φόβο να μας μετατρέψουν στα πιο άγρια πλάσματα, χωρίς ηθική και συνείδηση, αυτούς τους εαυτούς ονομάζουμε τέρατα και τους κλειδώνουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε. Τους δίνουμε ονόματα γιατί έτσι μόνο μπορούμε να τα ελέγξουμε. Σε όλα τα πράγματα έχουμε μάθει να δίνουμε ονόματα. Είναι το στοιχείο που μας κρατάει συνδεδεμένους με την πραγματικότητα. Διαφορετικά θα χάναμε την επαφή μαζί της. Ό,τι μένει ανείπωτο κυλάει ρευστό, δεν εγκλωβίζεται από τη σκέψη μας, επαναλαμβάνεται, στέκεται για λίγο, μα πάλι στο τέλος αποδρά από τη συνειδητή μας καθημερινότητα. Μπορεί να μας ελέγχει ή να το ελέγχουμε, να μας εκπλήσσει, να μας τρομάζει, πάντοτε όμως άπιαστο.


Το τέρας μέσα μου ουρλιάζει. Μου προσφέρει τα πάντα για να το αφήσω ελεύθερο. Δεν ξέρω αν αντιστέκομαι από συνήθεια ή από φόβο. Ή αν τελικά υπάρχει κάτι που είναι έμφυτο και που νοιάζεται για το περιβάλλον μου. Που προστατεύει το περιβάλλον μου από εμένα.

Πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος να το αποκτήσουμε. Και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε ικανοί να ζήσουμε για πάντα μαζί του. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν μερικές αποφάσεις που δεν αναιρούνται, που δεν διορθώνονται. Οι δικαιολογίες μπορεί να είναι ευφυείς μα στην πράξη δεν είναι παρά μόνο αυτό, δικαιολογίες για να ταΐσουν τις τύψεις μας που στήσαμε τέτοιους εαυτούς, που πήραμε αυτές τις αποφάσεις, που κάναμε εκείνες τις επιλογές.

Σαν μαριονέτες, χαρούμενες και θλιμμένες χάρτινες μορφές, τα νήματα δεμένα σε άγνωστα δάχτυλα, χιλιάδες διαφορετικά δάχτυλα, σαν μαριονέτες χοροπηδάμε σκύβουμε γελάμε και κλαίμε, μα η παράσταση δεν είναι δική μας ακόμη κι αν είμαστε πρωταγωνιστές. Τα χειροκροτήματα δεν είναι για μας, η μουσική μόνο μια πρόφαση για να δικαιολογεί τις πράξεις μας, τα βλέμματα που καρφωμένα πάνω μας μας έκαναν να νιώσουμε το κέντρο του κόσμου, όσο ξεστομίζαμε πράγματα που δεν θέλαμε να πούμε, που δεν μας ρώτησε κανείς αν θέλουμε να πούμε, εκείνα τα βλέμματα στρέφονται και κοιτάζουν ψηλά μόλις πεθαίνουμε, στο τέλος της παράστασης. Κοιτάζουν το δημιουργό μας.


Όταν αποφασίζει κανείς ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τον ίδιο, ή από τους ανθρώπους γύρω του, όταν σκοτώνει θεούς και δυνάμεις και κάθε έννοια μεταφυσικής,όταν αποφασίζει πως τα νήματα είναι απλά κατασκευάσματα κάποιου στοργικού παππού σε ένα ακόμη παιδικό παραμύθι, φτάνει σε αυτό το ιδιαίτερο σταυροδρόμι της λεγόμενης αυτογνωσίας, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στάση στην πορεία προς το θάνατο. Μπροστά έχει δυο βασικές επιλογές, και άπειρες φυσικά ενδιάμεσες οδούς. Η μία ποτισμένη με δηλητήριο οδηγεί στο τίποτα, σε αυτό που οι ινδοί ονόμασαν μηδέν, στη μη ελπίδα, στο μη μέλλον, σε ένα παρόν άσκοπο και ανούσιο, όπου όλα είναι εφικτά και όλα επιτρέπονται, και τίποτα δεν επηρεάζει τα μελλούμενα, γιατί τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά, μόνο η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Η άλλη στρωμένη με αγκάθια περιλαμβάνει μια αγκιστρωμένη πολύ βαθιά φαντασίωση. Προδιαγράφει ένα τέλειο μέλλον, μακρινό ανεπίτευκτο ουτοπικό. Δίνουμε στην τελειότητα μια μελλοντική κατοικία όπου κάποιοι μακρινοί μας απόγονοι θα μπορούν να μείνουν και να γευτούν τα καλά της κουζίνας της. Και φτιάχνοντας αυτό το μακρινό όνειρο, προσπαθούμε να ζούμε κατευθυνόμενοι προς αυτό, κατασκευάζοντας μια προσωπική ηθική που ελέγχει τις αποφάσεις μας ενάντια στα ένστικτά μας. Εκεί ζεις με τη φαντασίωση ότι για κάποιο λόγο τα τέρατα θα σιωπήσουν για λίγο και θα σε αφήσουν να μιλήσεις, να σκεφτείς και να κινηθείς ανάλογα.

Το πιο εύκολο πάντως είναι να μην κάνουμε τίποτα. Να αφήνουμε τις καταστάσεις να αποφασίζουν για μας, να ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, να ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιβάλλει το περιβάλλον μας όχι γιατί πιστεύουμε σε αυτούς αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζουμε μικρές δόσεις ευτυχίας αφημένες εδώ κι εκεί σε αυτό το παράλογο κυνήγι του θησαυρού, που όπως και όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι δεν μας οδηγεί πουθενά.

Μερικές φορές το τέρας μέσα μου φαντάζει η μόνη δυνατή πορεία προς μια νοητή ελευθερία. Η πείνα του, η απληστία του, η καταστροφική του μανία, θανατηφόρα για τους άλλους φαντάζει λυτρωτική για μένα. Αρκεί να το αφήσω ελεύθερο. Μα είναι αυτός ο φοβος ότι αν το αφήσω, μετά θα με ελέγχει, θα πάρει τον έλεγχο. Λες και τώρα ελέγχω εγώ τη ζωή μου. Λες και τωρα παίρνω τις αποφάσεις εγώ.





Πέμπτη, Σεπτέμβριος 18, 2008

Αχά

Μόλις έπεσα μπροστά σε αυτή την αγγελία ψάχνοντας για ένα γραφείο και μια καρέκλα

imaginary friend for sale
Date posted: Thursday 18th September
Location: South London

Recently my imaginary friends been getting a bit out of hand, he keeps causing me to shout obscenities in the street. Unfortunately I now need to get a job. Free to whom ever can collect him.
Very friendly, answers to the name Martin.
We've had some good times.

από το gumtree.com

Μπάμπελ μπέιμπι

Γνώμη ότι πάμε κατά διαόλου δεν αλλάζω, αλλά χτες πήρε το μάτι μου μια ανακοίνωση του ΑΠΕ


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ-Υπ. Πολιτισμού-Επιχορήγηση του Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ από το Υπουργείο Πολιτισμού.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 2008


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού κ. Μιχάλη Λιάπη, το Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ, επιχορηγείται με το ποσό των 350.000 ευρώ για τη φετινή του διοργάνωση.

Ο χρόνος και ο τόπος διεξαγωγής του επόμενου Φεστιβάλ θα ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες από την Οργανωτική του Επιτροπή.


Βέβαια όπως έλεγα και τις προάλλες και στο κέντρο κινηματογράφου έταζε λεφτά και δεν τά δινε, αλλά φαντάζομαι ότι η βαβέλ θα γίνει και φέτος, αν και χωρίς εμένα.