Δεν θα γλυτώσω τόσο εύκολα με
το παρελθόν, και γενικά είμαι και της
άποψης ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το
παρελθόν, ακόμη και αν λίγο σβήσιμο της
μνήμης θα μας έκανε πιο ευτυχισμένους
( η αρτηριοσκλήρυνση δε, θα κάνει θαύματα
σε αυτό τον τομέα αργότερα).
Πρώτα να βλογήσω τα γένια μου
και να πω αυτό που τόσο πολύ θέλω να πω:
Σας
τά λεγα εγώ, κι εσείς το χαβά σας...
Ωραία τό πα (και τι έγινε;).
Δεύτερο να διορθώσω κάτι
από το προηγούμενο ποστ. Έμεινα με την
εντύπωση ότι ήμουν λίγο αρνητικός με
τους ανθρώπους που με διάβαζαν (και τους
διάβαζα) και καμιά φορά σχολίαζαν, αλλά
συχνά όχι. Και επίσης έλεγα για τις
ανασφάλειές μου. Έκανα μια επίσκεψη
είτε σε παρατημένα μπλογκ είτε σε
μετεξελίξεις τους, γενικά δυστυχώς
λίγοι παραμένουν συστηματικά ενεργοί
στο άθλημα από αυτούς που ακολουθούσα
εγώ. Και φυσικά θυμήθηκα κάτι πολύ
σημαντικό που για μένα θα ήταν τρομερά
άδικο να μην αναφέρω. Ένας πολύ σημαντικός
λόγος για τις ανασφάλειές μου ήταν ότι
πέρα από τις περιορισμένες αντιδράσεις
σε αυτά που έγραφα, ήμουν σε ένα χώρο
που δεν έχω καταλάβει πώς είχαν μαζευτεί
για ένα διάστημα απίστευτα άτομα που
κάναν εκπληκτική δουλειά. Δηλαδή οι
ποσότητες χιούμορ, συναισθήματος,
σκέψεων, αισθητικής άποψης, γνώσεων,
πολιτικής ή απλής αναγνωστικής απόλαυσης
που μοιράστηκαν εκείνη την περίοδο
είναι τεράστιες, δεν ξέρω αν το χετε
συνειδητοποιήσει και όλοι εσείς στους
οποίους αναφέρομαι. Και άρα ήταν αρκετά
λογικό να τρέφονται οι ανασφάλειές μου
όταν προσπαθούσα να σταθώ ανάμεσα σε
τέτοιο κόσμο. Βέβαια το σωστό θα ήταν
ότι δεν θα έπρεπε να κάνω συγκρίσεις
και απλά να δεχόμουν τα γραπτά μου όπως
δεχόμουν και των άλλων, αλλά εγώ και τα
“σωστά” έχουμε περίεργες σχέσεις
ανέκαθεν. Απλά για λόγους δικαιοσύνης
έπρεπε να το πω κι αυτό.
Συχνά με κατηγορούν ότι είμαι
πεσιμιστής, και γι αυτά που γράφω και
για τον τρόπο που σκέφτομαι και για τη
συχνή απαισιοδοξία που εκδηλώνω όταν
εκφράζομαι για το μέλλον. Από μια άποψη
δεν έχουν άδικο, είμαι λάτρης της
κατάθλιψης (την οποία μισώ, μισώ, μισώ)
και τακτικός επισκέπτης της. Μουσικά,
και έχω περάσει αφοσιωμένη φάση νταρκίλας
και κατά καιρούς επανέρχομαι
σε αυτή, αν και για διαφορετικούς λόγους.
Προτιμώ τις λογοτεχνικές και
κινηματογραφικές δυστοπίες
από τις ουτοπίες. Και στο σινεμά απολαμβάνω
συχνά περισσότερο (και με αυτό εννοώ η
εντύπωσή τους αντέχει περισσότερο
καιρό) τα unhappy
endings και τα δράματα
που σε χτυπάνε από τον ένα τοίχο στον
άλλο αλύπητα.
Φυσικά, όταν
βρίσκομαι στο αντίθετο άκρο, της
υπέρμετρης χαράς, ενός γαμάουα εαυτού
και ατέλειωτης (έτσι φαίνεται τότε, έστω
και για λίγο, τι να κάνω;) αισιοδοξίας,
σπάνια θα βρεθεί κάποιος να μου την πει
(εκτός από τις περιπτώσεις που χοροπηδάω
σαν το κατσίκι και ο/η απέναντι παθαίνει
ναυτίες. Ακόμη δεν έχω προτείνει
δραμαμίνες, και φαντάζομαι αυτό είναι
μια σωστή συμβουλή του ενστίκτου
επιβίωσής μου). Και τους ABBA
μου θακούσω, και χαζοχαρούμενο
χόλιγουντ θα δω,
και θα χοροπηδάω σαν κατσίκι.
Και φυσικά θα
περάσω από όλα τα στάδια στο ενδιάμεσο,
για να μην το παρακουράζω τώρα.
Πίσω στον
πεσιμισμό μου, άσχετα με το τι δηλώνουν
δημόσια (παρόλο που βιώνουν διαφορετικά,
πιστεύω) οι γύρω μου, δεν ξεπηδάει από
το πουθενά, δεν είναι απλά ένα δείγμα
της κυκλοθυμίας μου που θα της δώσεις
πρόζακ και θα κοιμηθεί για όσο της τα
δίνεις. Είναι και τέτοιο, όπως και με τη
χαρά μου δηλαδή, αλλά όχι μόνο ρε φίλε.
Έχει πάρα πολύ γερές βάσεις στην
πραγματικότητα. Στις εμπειρίες μου που
φυσικά χτίζουν μια υποκειμενικότατη
αντιμετώπιση κάποιων πραγμάτων από
μέρους μου (και άρα εκεί αναγνωρίζω ότι
λόγω διαφορετικών εμπειριών, οι γύρω
μου μπορεί να βρίσκουν δύσκολο να
κατανοήσουν το πού στέκομαι, όπως κι
εγώ τις θέσεις εκείνων φυσικά). Σε αυτά
που βιώνω καθημερινά, που μπορεί να μη
μου επιτρέπουν στο τέλος της ημέρας να
τα πάρω με καλό μάτι, γιατί είναι αρνητικά
από μόνα τους, χωρίς καμιά βοήθεια από
μένα. Στις γνώσεις μου όλα αυτά τα χρόνια
που ζω, και που εμπλουτίζονται καθημερινά,
και που μου παρουσιάζουν ένα ανθρώπινο
είδος, που ιστορικά και αποδεδειγμένα
θα επιτρέψουν στις χειρότερες πλευρές
της φύσης τους να πάρουν σημαντικές
αποφάσεις και που αναλόγως τη δύναμη
που έχουν τα εκάστοτε μέλη του μπορείς
μετά να μετράς το πόσο κακό έχουν κάνει
στον κόσμο.
Εξαιτίας των
σπουδών μου αλλά και από πιο πριν, έχω
αναπτύξει μια θεώρηση της πραγματικότητας
ή οποία μπορεί να βλέπει παραπέρα από
το παρόν, πρώτον γιατί χρησιμοποιεί
ιστορικά στοιχεία από το παρελθόν,
δεύτερον γιατί συντηρεί την ιστορική
μνήμη των βιωμάτων μου και ως συνέπεια
των παραπάνω αναλύει το παρόν με πιο
ολοκληρωμένους όρους από,τι η πλειοψηφία
του κόσμου.
Έτσι όταν διαβάζω
ας πούμε ότι η αγγλική κυβέρνηση θέλει
να περικόψει τα επιδόματα σε ανέργους,
ανάπηρους, single γονείς,
χαμηλά αμειβόμενους και λοιπά ώστε να
αναγκάσει όσους τα παίρνουν από συνήθεια,
γιατί προτιμούν λίγα χρήματα και να
κάθονται άπραγοι αντί να δουλεύουν και
να κερδίζουν μισθό (που είναι ένα πολύ
συνηθισμένο επιχείρημα εναντίον των
επιδομάτων σε όλες τις ανεπτυγμένες
χώρες, ακόμη και σε εκείνες που συντηρούν
ακόμη το κράτος πρόνοιας), να στραφούν
στον “υγιή” κόσμο της εργασίας. Η λογική
είναι για μένα εξωφρενική, αλλά ποιος
με ακούει εμένα, λέει δηλαδή ότι δίνοντας
λιγότερα χρήματα ως επιδόματα, θα κάνεις
πιο ελκυστικά τα περισσότερα χρήματα
ενός μισθού, ακόμη και του κατώτατου.
Κοίτα τώρα πώς
πάει το πράμα.
1)Η εργασία. Είναι
ανάγκη, δικαίωμα ή υποχρέωση; Εννοείται
πως η σωστή απάντηση είναι ανάγκη. Γιατί;
γιατί με κάποιο τρόπο πρέπει να
εξασφαλίσεις τη διαβίωση τη δική σου
και των μελών της ομάδας σου (ας πούμε
οικογένεια, που συνεχίζει να έχει κάποια
σημασία και στις μέρες μας), που δεν
μπορούν λόγω ηλικίας ή άλλων παραγόντων
να εξασφαλίσουν τη δική τους. Είτε
μαζεύοντας φρούτα και χόρτα και κυνηγώντας
ή καλλιεργώντας και εκτρέφοντας, είτε
δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο για ένα
μισθό ή στις υπηρεσίες, είτε κλέβοντας
από τους έχοντες περισσότερα από σένα
και τα λοιπά. Από τη στιγμή που η μη
απόκτηση ενός μισθού δεν σου επιτρέπει
να επιβιώσεις, η εργασία μεταμορφώνεται
σε δικαίωμα, όλοι πρέπει να έχουμε
πρόσβαση σε κάποια εργασία ώστε να
ζήσουμε. Η ορθόδοξη μαρξιστική θεώρηση
θεωρεί την εργασία ως δικαίωμα, αλλά το
πάει λίγο παραπέρα και τη θεοποιεί,
πιστεύοντας πως η μισθωτή εργασία είναι
απαραίτητο στοιχείο στην ταξική
συνειδητοποίηση και ότι άρα κάποιος
που δε δουλεύει δεν είναι και πολύ καλό
επαναστατικό υποκείμενο (που ευτυχώς
έχει κατά πολύ ξεπεραστεί σε αυτό το
στοιχείο, αν και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι
που το πιστεύουν). Η καπιταλιστική
θεώρηση, που είναι και η κυρίαρχη, θεωρεί
την εργασία ως υποχρέωση, ως κάτι που
πρέπει να κάνεις για να είσαι μέλος της
κοινωνίας. Εννοείται πως από τη φύση
της η καπιταλιστική θεώρηση δεν το κάνει
για το καλό των μαζών αλλά γιατί πιστεύει
ότι είναι η πιο επικερδής λύση για τα
πιο ισχυρά μέλη της κοινωνίας.τα οποία
και την ενδιαφέρουν. Και ιστορικά και
στην δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, οι
καπιταλιστές προσπάθησαν συστηματικά
να αποτρέψουν τις μάζες από το να μπορούν
να επιβιώνουν ανεξάρτητες από τη μισθωτή
εργασία, ενώ στην πορεία μείωναν τους
μισθούς των πια εξαρτημένων μισθωτών,
ώστε να δουλεύουν περισσότερο για
λιγότερα χρήματα, αυξάνοντας διαρκώς
φυσικά από την άλλη τις ανάγκες τους
για αγαθά, που επί τη γενέσει τους ήταν
συχνά πλασματικές.
Συμπέρασμα: Η
αγγλική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την
εργασία ως υποχρέωση, ενώ εγώ ως δικαίωμα
(πάντοτε στον καπιταλισμό). Ιδανικά
πιστεύω βέβαια ότι πρέπει να ξαναγίνει
ανάγκη, αλλά αυτή τη στιγμή αυτό είναι
ουτοπικό.
2)Η ανεργία. Είναι
συνέπεια του αδύναμου χαρακτήρα των
ανέργων και έλλειψη θέλησης για δουλειά
ή κάτι έξω από τον έλεγχο του ατόμου,
κάποια εξωτερική δύναμη; Ειλικρινά; και
τα δύο αρχικά. Δηλαδή αν δεν χρειάζεται
να δουλέψεις και μπορείς να ζήσεις
έχοντας όλα τα απαραίτητα που σου έχουν
μάθει ότι πρέπει να χεις για να αξίζει
η ζωή σου, και μένεις ικανοποιημένος με
αυτά και δε θέλεις συνεχώς όλο και
περισσότερα, δεν είναι καθόλου απίθανο
να προτιμήσεις να μη δουλεύεις, ή να
δουλεύεις λίγο σε κάτι που γουστάρεις,
η να κάνεις και κάτι τελείως προς τέρψη
δική σου (όπως ζωγραφική
αυγών, αλλά προσοχή, ποτέ άβραστο και
η κότα να είναι ελευθέρας βοσκής, λευκή).
Αν όμως είσαι άνεργος στη βρετανία
σήμερα, τα λεφτά που σου δίνουν φτάνουν
μόνο για τρώς το χειρότερο φαγητό που
υπάρχει, να πληρώνεις τους λογαριασμούς
(και άμα) και μια μεγάλη τηλεόραση για
να βλέπεις τηλεόραση 24/7 (γενικά να σε
κάνουν απαθή, ηλίθιο και άρρωστο
σωματικά), δε νομίζω ότι ζεις και το
όνειρο της ζωής σου. Και αν σου δινόταν
η δυνατότητα να δουλεύεις για οχτώ ώρες
την ημέρα, αν ερχόταν αύριο και σού λεγε
κάποιος έλα δούλεψε για μένα, όχι να
ψάχνεις τρία χρόνια για δουλειά και να
μη βρίσκεις, και σου δινε τουλάχιστον
τα διπλάσια από αυτά που παίρνεις ως
άνεργος, αλήθεια; αν γίνονταν όλα αυτά
αύριο; πιστεύω ότι η ανεργία θα μειωνόταν
τραγικά. Φυσικά δεν υπάρχει κανείς που
θα ρθει αύριο να σας προσφέρει δουλειά,
και αν ψάξετε για λίγο (ή και μερικά
χρόνια σε ορισμένες περιπτώσεις), το
πιο πιθανό είναι να βρείτε μια κακοπληρωμένη
δουλειά που μετά από φόρους κρατήσεις
και λοιπά θα σας αφήνει λίγο παραπάνω
χρήματα από το επίδομα ανεργίας (μιλάμε
πάντοτε για την αγγλία έτσι; που έχει
ακόμη την πολυτέλεια να έχει επίδομα
ανεργίας), ενώ θα πρέπει να δουλεύετε
και 40 ώρες τη βδομάδα για αυτές τις
παραπάνω 100-150 λίρες το μήνα. Η ανεργία
όμως στις μέρες μας, δεν είναι ούτε το
αποτέλεσμα ύπαρξης κοινωνικού κράτους
ούτε η οκνηρότητα των ωφελούμενων από
αυτό, είναι ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή
των πιστών του καπιταλισμού. Στην εσσδ
για παράδειγμα δεν υπήρχε ανεργία
(εννοείται πώς δεν προμοτάρω την επιστροφή
σε αυτό τον τύπο πολιτεύματος, γιατί
είναι σίγουρο ότι εγώ θα την έβγαζα στη
σιβηρία). Και αύριο κιόλας αν συμφωνήσουν
όλες οι εταιρίες και τα κράτη που εκείνες
κυβερνούν ότι θα εξαλείψουν την ανεργία
(όσων μπορούν να εργαστούν και πάντοτε
μιλάμε για τη δύση), μπορούν να το κάνουν.
Αλλά θα σήμαινε πλαφόν στους μισθούς
και πολύ λιγότερα εταιρικά κέρδη. Οπότε
ούτε οι κυβερνήσεις ούτε και οι εταιρίες
(και το χειρότερο, ούτε οι ίδιοι οι
εργαζόμενοι, που ονειρεύονται τον
σταδιακό πλουτισμό τους) έχουν την
παραμικρή επιθυμία να το κάνουν.
Συμπέρασμα; η
αυξητική τάση της ανεργίας είναι καταρχήν
αποτέλεσμα των επιλογών του νεοφιλελεύθερου
καταναλωτικού καπιταλισμού. Η συντήρηση
των ανέργων ώστε να μην ψοφάνε στο δρόμο
πιθανά είναι μια μέθοδος για την αποφυγή
εξεγέρσεων.
3)Οι Τόρις, το
κόμμα που παίρνει τις αποφάσεις στη
βρετανική κυβέρνηση και σχεδιάζει την
πολιτική (υποτίθεται ότι είναι και οι
Lib Dem μέσα, αλλά στην
πραγματικότητα η ατζέντα είναι των
τόρις και απλά οι δεύτεροι δεν πρόκειται
να ξαναεκλεγούν για την επόμενη δεκαετία
τουλάχιστον ή όσο κρατήσει η μνήμη αυτής
τους της διακυβέρνησης, αφού πήραν
ψήφους από την απογοητευμένη αριστερά
του New Labour, που όποτε ακούει
lib dem τώρα αρχίζει και
τρέμει από οργή και αηδία). Οι Τόρις
λοιπόν, ή Συντηρητικό κόμμα, είναι το
κατεξοχήν και παραδοσιακό κόμμα που
εργάζεται σχεδόν εξολοκλήρου για τα
συμφέροντα των μεγαλοαστών και των
πλουσίων. Ιστορικά, σιχαίνονται τους
φτωχούς (οι οποίοι είναι φτωχοί γιατί
είναι ανίκανοι και για κανένα άλλο
λόγο), σιχαίνονται το κράτος πρόνοιας
(επιδόματα, εθνικό σύστημα υγείας,
κατώτατος μισθός κ.λπ.), ένα γιατί είναι
νεοφιλελεύθεροι και δύο γιατί πιστεύουν
ότι συντηρεί τους φτωχούς, που σιχαίνονται,
πιστεύουν ότι το κράτος και οι κρατικές
επιχειρήσεις από τη φύση τους είναι
κάτι κακό για τους μεγαλοαστούς και άρα
πρέπει να το αποδυναμώσουν όσο το δυνατό
περισσότερο, ως φυσική συνέχεια στο
προηγούμενο, προάγουν τον ιδιωτικό
τομέα ο οποίος υποτίθεται ότι με τις
κατάλληλες συνθήκες αναπτύσσεται
επάπειρον (που είναι φυσικά θεολογικό
αποκύημα).
Εννοείται πως
όταν μιλάνε δε λένε ότι σιχαίνονται
τους φτωχούς ή ότι δουλεύουν για τους
πλούσιους, αν το λέγαν αυτοί ή και
οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός θα παιρνε
τον πούλο. Η Θάτσερ ας πούμε άφησε για
πλάκα γύρω στο ένα εκατομμύριο εργάτες
άνεργους στην εποχή της, και ολόκληρες
πόλεις να παρακμάζουν και να φυτοζωούν
για δεκαετίες (οι τυχερές μεταμορφώθηκαν
στο νέο μοντέλο του καταναλωτικού
καπιταλισμού με πλούσια και υπερανεπτυγμένα
κέντρα και προάστια στα όρια της
εξαθλίωσης, όπως είναι και το Λονδίνο
άλλωστε, οι άτυχες είναι ό,τι πρέπει για
να στείλουμε το ελικόπτερο με το οποίο
θα προσπαθήσουν να διαφύγουν, όταν με
το καλό, οι δικοί μας), δημιουργώντας
ταυτόχρονα χρηματιστήρια, κάνοντας
ιδιωτικοποιήσεις και πατώντας πάνω στα
όνειρα των μικροαστών για να γίνουν
πλούσιοι, προωθώντας φυσικά τους
μεγαλοαστούς πάντοτε, π.χ. Ο μισθός ενός
διευθυντή ήταν το 70 πες 10 φορές ο μισθός
του κατώτατου υπαλλήλου, τώρα είναι
γύρω στις 50+ φορές υψηλότερος. Εννοείται
πως ο μισθός του κατώτατου υπαλλήλου
αυτές τις δεκαετίες έχει ας πούμε
τριπλασιαστεί, αλλά ταυτόχρονα έχει
αυξηθεί κατά πολύ και το κόστος ζωής,
δηλαδή σχετικά φτωχός ήταν και τότε και
τώρα (πάντοτε βέβαια με τα κριτήρια της
φτώχειας της κάθε εποχής). Ο κατώτατος
μισθός, που είναι κατοχυρωμένος από το
νόμο (και που όταν ξεκίνησε ήταν μια
μεγάλη νίκη των εργαζομένων, αλλά
εφαρμόζοντας πολύ μικρές αυξήσεις κάθε
χρόνο, έχει καταλήξει να συντηρεί τους
μισθούς χαμηλά), φτάνει εννοείται ίσα
ίσα για να ζεις μια αξιοπρεπή ζωή.
Συμπέρασμα; Οι
τόρις γνωρίζουν ότι η πολιτική τους θα
οδηγήσει (ήδη οδηγεί) στην αύξηση της
ανεργίας (εννοείται επίσημα σκίζουν τα
ρούχα τους ότι θα κάνουν τα πάντα για
να τη μειώσουν), που σημαίνει ότι θα
αυξηθούν κατά εκατοντάδες χιλιάδες
αυτοί που ζητάνε επιδόματα και άρα
πρέπει ένα να μειώσουν το κόστος των
επιδομάτων (για να μην παραφουσκώσει ο
λογαριασμός) και δύο να αναγκάσουν όλους
αυτούς τους νέους ανέργους να δεχτούν
οποιαδήποτε εργασία με οποιοδήποτε όρο
και όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό.
Φυσικά τέτοια παιχνίδια δεν δουλεύουν
και τους τόρις δεν τους πολυνοιάζει
έτσι κι αλλιώς
Σταματάω εδώ,
γιατί μπορεί να τραβήξει μέρες αυτό το
πράμα. Διαβάζοντας λοιπόν εγώ την είδηση
ότι η κυβέρνηση θέλει να κόψει τα
επιδόματα, σκέφτομαι τα παραπάνω, μαζί
με μερικά ακόμη στοιχεία (όπως π.χ. το
γιατί δεν θα αντιδράσουν οι μάζες σε
κάτι τέτοιο και δυστυχώς πολλοί θα το
αντιμετωπίσουν ως θετική εξέλιξη), και
αντί να πω α ωραία θα λυθεί το πρόβλημα
των χρόνια ανέργων και τα λεφτά που πάνε
στα επιδόματα θα πάνε σε κάτι πιο χρήσιμο,
σκέφτομαι ότι ω ρε πούστη μου θα αυξηθούν
οι φτωχοί, το έγκλημα, ο ρατσισμός και
η ξενοφοβία, ενώ θα εξαθλιωθούν ακόμη
περισσότερο οι ήδη φτωχοί. Θα μου πεις,
κάτσε ρε φίλε επειδή διάβασες ότι θα
κόψουν 50 λίρες το μήνα θα γίνουν όλα
αυτά; Ναι, αλλά όχι αύριο, μέσα στα επόμενα
πέντε χρόνια.
Αν έρθω και σου
πω αύριο λοιπόν, μαλάκα πάμε από το κακό
στο χειρότερο, κόβουν τα επιδόματα (και
διάφορα άλλα ακόμη που συμβαίνουν,
φυσικά), εσύ θα μου πεις ότι είμαι
απαισιόδοξος, ενώ εγώ θα ξέρω ότι είμαι
απλά ρεαλιστής.